Στην αρχή σιωπή. Μετά η θλίψη. Η Μαίρη Χρονοπούλου, από το φως που εξουσίαζε σε όλη της τη ζωή, πέρασε στο απόλυτο σκοτάδι. Πώς να γεφυρώσεις αυτά τα δύο; Την πρωτοσυνάντησα στο Ηρώδειο, στις 19 Σεπτεμβρίου, στη συναυλία της αγαπημένης της φίλης, Ευανθίας Ρεμπούτσικα. Ενώ έφτασε με αναπηρικό αμαξίδιο, κρατώντας μια γλάστρα με άσπρες μαργαρίτες, περπάτησε μέχρι τον θώκο σταθερά, με μια μεγαλοπρέπεια.
Ο κόσμος την επευφημούσε. Τη συνόδευε ο φίλος της, σκηνοθέτης, Απόστολος Σταυρόπουλος. Η συναυλία ήταν ένα όνειρο. Μια μαγεία. Τους ωραιότερους ήχους από το βιολί της Ευανθίας τούς ακούσαμε όταν στάθηκε μπροστά στη Μαίρη Χρονοπούλου, με σεβασμό, παίζοντας το αγαπημένο της τραγούδι.
Η έξοδός της από το Ηρώδειο θύμιζε μια πομπή. Εφυγε όρθια. Τη συνόδευαν φίλοι. Η Λίνα Νικολακοπούλου –κι αυτή αγαπημένη της– κρατούσε τα κρόσσια από τη μακριά εσάρπα της, όπως κρατάς το πέπλο μιας αρχόντισσας. Η τελευταία της παράσταση. Με αυτόν τον τρόπο επιθυμούσε και τον αποχαιρετισμό της. Με ένα ρέκβιεμ γραμμένο από την Ευανθία, περιτριγυρισμένη από φίλους.
Τη γνωριμία μου μαζί της τη χρωστάω στον Αποστόλη. Ηταν ο σκηνοθέτης μου για ένα διάστημα –μόλις είχε φτάσει από την Ιταλία– στην εκπομπή μου «9+1 Μούσες» της δορυφορικής ΕΡΤ. Μίλησε και η Λίνα με θερμά λόγια και αποφασίσαμε να πάμε όλη η παρέα στις 5 Οκτωβρίου, ημέρα Πέμπτη, 7.00 το απόγευμα, στο σπίτι της στην Παιανία για μια ωραία, ζεστή κουβέντα. Ειδοποίησα και τον φωτογράφο της «Εφ.Συν.» Μάριο Βαλασόπουλο. Τρεις μέρες πριν από το ατύχημα της Κυριακής, επικοινώνησα μαζί της τηλεφωνικά για τις τελευταίες συνεννοήσεις. Μιλήσαμε αρκετή ώρα, λες και διαισθανόταν ότι δεν θα προλάβει να ξαναμιλήσει. Μου έλεγε όσο πιο πολλά μπορούσε.
Θυμήθηκα όσα μου είχε πει ο Αποστόλης. Οτι πιστεύει στη μεταφυσική ενέργεια, στο κάρμα, έχει έντονη διαίσθηση. Στη ζωή της πάντα τη σημάδευε ο αριθμός 7. Θεωρούσε ότι την προστάτευε. Ο Αποστόλης μού έλεγε «αν περάσει η 6η Οκτωβρίου, θα σωθεί». Ομως, η Χρονο-πούλου ήταν άχρονη. Δεν λογάριαζε τον χρόνο ούτε την ύλη. Γι’ αυτό χάρισε όλα της τα υπάρχοντα. Τελικά, δεν είμαστε πιο δυνατοί από τις αλλαγές του χρόνου και την πρόδωσε ο αριθμός 7 που την προστάτευε. «Εφυγε» στις 6 του μήνα.
Στη μαραθώνια τηλεφωνική μας συζήτηση, ανακάλυψα δύο γυναίκες. Την ώριμη, κατασταλαγμένη, με πλήρη διαύγεια και την έφηβη που ξαναπλάθει στη μνήμη της τα χρόνια με την αυταρχική, αυστηρή μητέρα της που τη «φόρτωσε» με εφόδια (ξένες γλώσσες, πιάνο, τραγούδι, χορό κ.λπ.). Σε ερώτησή μου αν έχει πολλούς φίλους κοντά της, απάντησε: «Συναναστροφές πολλές. Βαθιές γνωριμίες ελάχιστες».
Τη ρώτησα: «Θέλετε να σας χαρίσω βιβλία μου; Της Μελίνας, την έρευνα για την πορνεία με τίτλο “Στα σπίτια της Αμαρτίας”, για να θυμηθείτε την ταινία “Τα κόκκινα φανάρια”;». Μου απάντησε: «Μη φέρετε βιβλία άδικα γιατί έχω ωχρά κηλίδα, δεν βλέπω καθαρά και δεν θα μπορέσω να τα διαβάσω. Θυμάμαι, όμως, αυτή τη στιγμή ένα επεισόδιο που έγινε στη διάρκεια μιας βόλτας που κάναμε στην Τρούμπα με τον σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη και την Κατερίνα Χέλμη για να γνωρίσουμε τους χώρους όπου θα γίνονταν τα γυρίσματα. Σ’ ένα μπαρ άκουσα μια μουσική που με ξεσήκωσε και άρχισα να χορεύω. Ανέβηκα μάλιστα πάνω σ’ ένα τραπέζι. Ενθουσιάστηκαν οι θαμώνες. Πλησιάζει ένας κύριος και ρωτάει τον σκηνοθέτη: “Πόσο κοστίζει η ψηλή για ένα βράδυ;”. “Ατύχησες”, του απάντησε ο Γεωργιάδης, “δεν είναι του επαγγέλματος. Είναι ηθοποιός”. Εγινε τότε μια φασαρία. Η Κατερίνα Χέλμη φοβισμένη κρύφτηκε κάτω από ένα τραπέζι, ενώ εγώ στάθηκα ατρόμητη. Καρμική σχέση, όμως, είχα και με τον Μίνωα Βολανάκη. Την ημέρα που πέθανε, τον ονειρεύτηκα ότι ήρθε επίσκεψη στο σπίτι μου φορώντας ένα κασκόλ». «Ξέρετε», συνεχίζει, «ενώ είχα περιουσία, την έγραψα στο Χαμόγελο του Παιδιού. Στο σπίτι μου είμαι φιλοξενούμενη. Ομως, η χαρά μου είναι απερίγραπτη όταν στα γενέθλιά μου μαζεύονται πολλά από τα παιδιά του σπιτιού και γιορτάζουμε παρέα».
Ρώτησα τη γνώμη της για την πολιτική κατάσταση και απάντησε: «Βρισκόμαστε σε μια πολιτική υπό διαμόρφωση». Οταν της θύμισα ότι θα πάμε παρέα με τη Λίνα Νικολακοπούλου, μου είπε: «Λατρεύω το τραγούδι “Η σωτηρία της ψυχής” και κυρίως τον στίχο “κι αυτά που ήτανε τόσο μικρά μα που ρίχναν σκιά για να μοιάζουν παλάτια”».
Η Λίνα μετά το δυσάρεστο νέο μού είπε ότι θαύμαζε το ψυχικό σθένος της Μαίρης, τη διαύγειά της και θυμήθηκε ότι σ’ ένα αφιέρωμα που ετοίμαζαν για τον Μίκη Θεοδωράκη, συμμετείχε αγόγγυστα. Τραγούδησε όση ώρα χρειάστηκε για το γύρισμα, καθισμένη σ’ ένα σκαμπό. «Ούτε εγώ θα άντεχα. Εμεινε στη συνέχεια άλλο ένα εξάωρο ώσπου να τελειώσουμε. Θα τη θυμόμαστε πάντα, όμορφη, περιποιημένη. Δεν είχε μπει στη λογική της πνευματικής ή βιολογικής φθοράς».
Εκείνη την Κυριακή, η βοηθός της είχε ρεπό. Ετσι, έμεινε ανυποστήρικτη, αφημένη μόνη. Μια αξιοζήλευτη κορμοστασιά παγιδεύτηκε σε τρία σκαλιά. Αυτά που πολλές φορές κατασκευάζουμε χωρίς μέριμνα, χωρίς στήριγμα. Οι μοναχικές απόπειρες που μπορεί να είναι το τέλος.
Δεν ήταν αποτραβηγμένη μέσα στα συντρίμμια της ζωής της από τα ατυχήματα, τα εγκαύματα, τους χωρισμούς. Ζούσε παρέα με φίλους. Πάντα με μια γαλήνη και δίνοντας αγάπη. Ο χώρος του πολιτισμού στενεύει. Πρέπει ν’ αναζητάμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται.
Θαύμαζε τον Ελύτη για τα ερωτικά του ποιήματα, αλλά θα ταίριαζε σ’ αυτόν τον αποχαιρετισμό ένα ποιηματάκι από την «Κίχλη» του Γ. Σεφέρη:
«Και είσαι σ’ ένα μεγάλο σπίτι, με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα
δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά
και το τιτίβισμα των πουλιών, θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί από βοριά και νότο.
Θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πώς σταματούν ξαφνικά και όλα μαζί τα τζιτζίκια;».
Οπως σωπαίνουν τα τζιτζίκια το φθινόπωρο, σώπασες χωρίς να γίνει αυτή η συνάντησή μας.
