ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συμβαίνει αυτό με κάποιους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους στον δημόσιο βίο: καθώς μεγαλώνουν, ίσως να μην ξέρεις αν ζουν ή αν πέθαναν, αλλά τραγουδάς τα τραγούδια τους, διαβάζεις τα βιβλία τους, βλέπεις τα έργα τους. Και όταν μαθαίνεις ότι «έφυγαν» από τη ζωή, ξαφνικά λυπάσαι σαν να έκανες μαζί τους κολλητή παρέα για χρόνια. Ακριβώς γιατί συνειδητοποιείς πόση ομορφιά είχαν προσδώσει στη ζωή σου, μέσω της τέχνης τους. Αυτό ακριβώς συνέβη και με τον τραγουδιστή Γιάννη Βογιατζή, που «έφυγε» χθες, μετά από ολιγοήμερη νοσηλεία, στα 88 του χρόνια… «Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο.

Μπήκε γιατί είχε ένα πρόβλημα στο νεφρό του, το αφαίρεσαν με λαπαροσκόπηση αλλά είχε μετά επιπλοκές και στο τέλος δεν άντεξε η καρδούλα του, αυτό είναι», ανέφερε χαρακτηριστικά ο γιος του. Και όπως φάνηκε πολύ γρήγορα από δηλώσεις ανθρώπων που συμπορεύτηκαν με τον αγαπημένο τραγουδιστή ή τον γνώρισαν με όποια αφορμή, ούτε ένας δεν είχε να πει κάτι λιγότερο από όμορφα, βαθιά αληθινά στη συγκίνησή τους λόγια – πόσο σπουδαίο είναι αυτό και πόσο σπάνιο… και στη ζωή και στον θάνατο.

Ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1934: «Εχω ζήσει δύο δικτατορίες, έναν παγκόσμιο πόλεμο και έναν εμφύλιο» είχε δηλώσει, με μια φωνή που από γλυκιά και μελωδική γινόταν σοβαρή και βαριά σαν αναφερόταν σε εκείνα τα χρόνια. Καθώς έμεινε ορφανός από πατέρα σε πολύ νεαρή ηλικία, αναγκάστηκε ήδη από 12 ετών να εργαστεί ώστε να στηρίξει το σπίτι και τη μητέρα του. Ακόμα κι όταν είχε ξεκινήσει το τραγούδι επαγγελματικά, για χρόνια άλλαζε τρεις συγκοινωνίες για να φτάσει στην Εταιρεία Λιπασμάτων Δραπετσώνας το πρωί, να δουλέψει για το μεροκάματο και μετά να συνεχίσει, τραγουδώντας το βράδυ, όπως έχει πει ο ίδιος. «Τα χρήματα ήταν ελάχιστα και η ανασφάλεια μεγάλη. Δούλευα το πρωί στα Λιπάσματα και μετά τραγουδούσα. Αντεχα τότε».

Το «συναμφότερον», όπως λέει ο Κώστας Ζουράρις, ταίριαζε απολύτως στη ζωή και την πορεία του Γιάννη Βογιατζή: από διασκεδαστής του αμερικανικού στόλου, τραγουδώντας στην Τρούμπα, έγινε ο επίσημος τραγουδιστής του παλατιού («με είπαν “επίσημο τραγουδιστή” της βασιλικής οικογένειας γιατί τραγουδούσα με την επίσημη ορχήστρα του παλατιού τότε, από το 1958 έως το 1962» είχε δηλώσει), ενώ ταυτόχρονα έγινε ο ερμηνευτής του Υμνου του Παναθηναϊκού, αλλά και εκείνος που τραγούδησε Ζαμπέτα, Πλέσσα, Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Φυσικά η καριέρα του εκτινάχθηκε και εξαιτίας της συμμετοχής του στον «παλιό ελληνικό κινηματογράφο» αλλά και στο θέατρο, δίπλα σε αγαπημένους ηθοποιούς – παίζοντας και ο ίδιος και φυσικά τραγουδώντας.

Ολοι μας τον γνωρίζουμε εξαιτίας όλων των παραπάνω ή έστω κάποιων από αυτών. Δεν ήταν και λίγα τα όσα έκανε, ενώ με ό,τι κι αν καταπιάστηκε, αγαπήθηκε από το κοινό: ξεκίνησε το τραγούδι από τις βραδιές ταλέντων του μουσικοσυνθέτη Ζοζέφ Κορίνθιου (από τους πρώτους που συνεργάστηκε με το ιστορικό στούντιο ηχογράφησης Columbia) και μάλιστα αυτό έγινε κάπως τυχαία: «Ενα βράδυ κάποιος από την παρέα μού υποσχέθηκε δύο τσιγάρα Pall Mall αν έβγαινα να τραγουδήσω» είχε πει παλαιότερα, γελώντας. Στα πρώτα του βήματα, ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε ως τον «Πολ Ανκα» της Ελλάδας (διόλου λανθασμένος παραλληλισμός).

Στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού βραβεύτηκε τρεις φορές (και όχι δύο, όπως είπε ο κ. Γιατρομανωλάκης στη συλλυπητήρια ανακοίνωσή του): βγήκε τρίτος το 1959, ερμηνεύοντας το «Εσένα» των Σπάρτακου-Λιδωρίκη κι έπειτα πρώτος ακόμα δύο φορές, το 1963 με το «Πέταξε ένα πουλί» των Κλάββα-Αλεξόπουλου και το 1970 με το «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά» των Βοσκόπουλου-Λυμπερόπουλου. Ανάμεσα στις δύο αυτές πρωτιές, ήταν αυτός που πρώτος ερμήνευσε το τραγούδι «Ομορφη Πόλη» σε στίχους Κυριάκου (Ακος) Δασκαλόπουλου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, το 1966, όταν πρωτοανέβηκε η ομώνυμη παράσταση στο Θέατρο Παρκ της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στον κινηματογράφο ερμήνευσε κυρίως Πλέσσα («Οι θαλασσιές σου οι χάντρες», «Η πρώτη μας νύχτα», «Ενας ουρανός μ’ αστέρια» κ.ά.), ενώ συνεργάστηκε και με τους Γιώργο Μουζάκη, Γεράσιμο Λαβράνο, Κώστα Καπνίση, Σπύρο Παππά, καθώς και με άλλους τραγουδιστές (όπως η Τζένη Βάνου) σε ντουέτα.

Οσοι μιλούν γι’ αυτόν, κάνουν λόγο για έναν τίμιο άνθρωπο, με πολύ και ιδιαίτερο χιούμορ, που αγάπησε βαθιά το τραγούδι παρά το γεγονός πως ξεκίνησε κυρίως από ανάγκη για επιβίωση. Αγάπησε πολύ και τον κόσμο, το κοινό του: «Εργοδότης μου ήταν ο λαός» έλεγε… «Ευγενή και χαριτωμένο» τον χαρακτήρισε η υπουργός Πολιτισμού Λ. Μενδώνη, κάνοντας ταυτόχρονα λόγο για «μία από τις λαμπρότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού». «Αν και ο ίδιος έλεγε ότι βρέθηκε στον χώρο του θεάματος σχεδόν από τύχη, το πηγαίο ταλέντο του, ο μοναδικός τρόπος ερμηνείας και η καταπληκτική φωνή του μάγεψαν, επί δεκαετίες, τους ακροατές του στις μουσικές πίστες, στο ραδιόφωνο, στα πλατό των κινηματογραφικών στούντιο, στη σκηνή του θεάτρου» συμπλήρωσε η υπουργός.

Η επιθυμία του τραγουδιστή ήταν να αποτεφρωθεί και θα γίνει σεβαστή από την οικογένειά του. Αν μη τι άλλο, ο ουρανός μ’ αστέρια τού ανήκει δικαιωματικά…