Σήμερα το μεσημέρι (12) πραγματοποιείται στον αύλειο χώρο του Συνδέσμου Φυλακισθέντων & Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ), στο Μουσείο Αντιδικτατορικής Αντίστασης, στο Πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ), μία δημόσια αποχαιρετιστήρια τελετή για την -τέως υπουργό Πολιτισμού μεταξύ πολλών άλλων- Μυρσίνη Ζορμπά. Δυο λόγια θα πει για εκείνη ο σύντροφός της, πανεπιστημιακός Αντώνης Λιάκος, ενώ θα ακουστούν και μουσικά αποσπάσματα που είχε επιλέξει η ίδια.
Με τον δικό τους τρόπο την αποχαιρετούν ο γνωστός πεζογράφος, δοκιμιογράφος, συγγραφέας βιβλίων παιδικής κι εφηβικής λογοτεχνίας και κριτικός Μάνος Κοντολέων και ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πρώην πρόεδρος του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, Νικήτας Μυλόπουλος.
Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων *
Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των εκδόσεων «Οδυσσέας».
Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέλαβε τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) – ένα δικό της όραμα που, με τη βοήθεια του τότε υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.
Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα τη «σκέπαζε» η φροντίδα της Πολιτείας.
Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (π.χ. ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (π.χ. Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλιστεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.
Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον πολιτισμό γενικότερα και το παιδί ειδικότερα την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της υπουργού Πολιτισμού.
Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.
Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών και ιδεών.
Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας.
Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την ιδιότητα της υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.ά.
Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την υπουργό να κατεβεί με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.
Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη Παπαδόπουλου (διευθυντή τότε του φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγγνώμη της που δεν θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.
Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.
Αυτή είναι η πρώτη μου «μικρή» ανάμνηση που θέλησα δημόσια να την κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πώς κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του πολιτισμού.
Η δεύτερη έχει να κάνει με τη σχέση της Μυρσίνης με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς, που εκείνη ήταν υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της για να τους συγχαρεί με έναν πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)
Ημουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου, εκτός από τους άλλους βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.
Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την αγάπη της για το βιβλίο και τη διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο τον θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.
Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022 οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια τις βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.
Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα τους ανθρώπους του βιβλίου, από το ίδιο το υπουργείο που υφίσταται για να τους προστατεύει και να τους τιμά.
Αλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Αλλα ήθη. Δυστυχώς.
Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.
*Συγγραφέας και κριτικός βιβλίου
Ο πολιτισμός του μίσους και το μίσος για τον πολιτισμό
Γράφει ο Νικήτας Μυλόπουλος **
Δύο σκηνές
Σκηνή πρώτη: έξι χρόνια πριν. Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Φώτα! Σαν σε όνειρο, μία από τις ωραιότερες παγκόσμιες φωνές, η σοπράνο Barbara Hendricks τραγουδάει με χορωδία 500 παιδιών, 20 από τα οποία είναι παιδιά προσφύγων, διαλεγμένα επί τούτου από τα τριγύρω κέντρα υποδοχής. Μία μοναδική αισθητική εμπειρία, μία στιγμή αυθεντικού πολιτισμού μέσα στον συμβολισμό της, λες και η ανθρωπότητα να κράτησε για λίγο την ανάσα της. Μία σκηνή που ήρθε ως κορύφωση της άλλης αντίληψης που κυριαρχούσε τότε, σε ένα ευρύ φάσμα της πολιτικής και του πολιτισμού. Από το προσφυγικό, όπου η συνύπαρξη των παιδικών φωνών εν χορώ αντανακλούσε την αλληλεγγύη ενός λαού που ακόμη υποδεχόταν με τους αρχαίους κανόνες φιλοξενίας τούς πρόσφυγες στα νησιά του, μέχρι την πολιτισμική πολιτική που, πέρα από τις αδυναμίες και τα λάθη της, ήταν γειωμένη στην πεποίθηση ότι ο πολιτισμός έχει στο κέντρο του τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Μία πολιτική βαμμένη σε ένα άλλο αξιακό σύστημα, που πάλευε τότε ενάντια σε θεούς και δαίμονες, σε συμφέροντα και σκουριασμένα στερεότυπα -σαν κι αυτό, μιλώντας για τη συγκεκριμένη συναυλία, που θέλει τα Μέγαρα Μουσικής απόμακρα, αντιλαϊκά και εξ ορισμού απαγορευτικά στη χαρά και στους παίδαρους! Αξίζει βέβαια να αναφερθεί πως η συναυλία εξαφανίστηκε από τις τότε ειδήσεις και τη μετέπειτα δημόσια μνήμη, προοικονομώντας αυτό που θα ακολουθούσε λίγο μετά στη χώρα και τον πολιτισμό της.
Σκηνή δεύτερη: σήμερα. Στην κεντρική σκηνή του Πολιτισμού τα φώτα είναι σβηστά. Τα παιδιά των προσφύγων, από μέλη χορωδίας έγιναν εχθρικοί «εισβολείς» που χαροπαλεύουν με φράχτες και φονικά κύματα σε ημι-ομολογημένες επαναπροωθήσεις, ενώ ο ζωντανός πολιτισμός και οι άνθρωποί του βρίσκονται στον δρόμο, σε καταλήψεις, σε συναυλίες, σε ένα πρωτοφανές κύμα διαμαρτυρίας. Με πρόσωπα δακρυσμένα, θυμωμένα, αποφασισμένα. Εχοντας επί τέσσερα χρόνια υποστεί ένα πογκρόμ συστηματικής απαξίωσης και προσβλητικής υποβάθμισης, από μία κυβέρνηση που φέρεται εχθρικά, σχεδόν με μίσος, στον πολιτισμό και τους εργάτες του. Τέσσερα χρόνια που είδαμε τους καλλιτέχνες στα συσσίτια, τα μνημεία μας συντρίμμια, την υποκουλτούρα στο προσκήνιο και -σε κάθε ευκαιρία γιορτής και επετείου- μία χουντική αισθητική κυρίαρχη.
Ο πόλεμος των πολιτισμών
Οι δύο σκηνές απέχουν έξι χρόνια και μία αιωνιότητα. Οσο απέχουν δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι που βρίσκονται σε πόλεμο καθημερινό στο πεδίο μάχης του πολιτισμού. Πόλεμος ιδεολογικός, πόλεμος αισθητικής, πόλεμος για το πώς φανταζόμαστε τις ζωές μας. Η κυβέρνηση (και) στο πεδίο του πολιτισμού επιχειρεί μία αντιμεταρρύθμιση σε όλα τα επίπεδα. Ενας πολιτισμός του φράχτη, των αποκλεισμών, της ξενοφοβίας και του ακροδεξιού λαϊκισμού, ένας πολιτισμός του μίσους έχει απλωθεί στον χώρο, ενώ ο καθαυτός πολιτισμός βρίσκεται υπό διωγμό. Ο πολιτισμός του μίσους γεννά το μίσος για τον πολιτισμό. Ενα μίσος που εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού εναντίον της δημοκρατίας και συνδέεται με την αδυσώπητη μάχη για την ιδεολογική ηγεμονία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεν είναι τυχαίο που σε κάθε ευκαιρία η συμμαχία του ακραίου Κέντρου με την Ακροδεξιά χρεώνει όλα τα δεινά στην ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, η οποία, στο πειραγμένο τους αφήγημα, αλώνιζε στον πολιτισμό τόσα χρόνια. Από εδώ λοιπόν και το μίσος τους για τον πολιτισμό. Ενα παραπάνω, που ο πολιτισμός διαθέτει τη μοναδική ικανότητα να διαμορφώνει νέα πολιτικά υποκείμενα, νέους τρόπους συμβίωσης, να δομεί νέους κόσμους. Αυτό φοβούνται, αυτό αποστρέφονται, αυτό μισούν.
Το ζούμε τέσσερα χρόνια τώρα στη Βενιζέλου, όπου το μοναδικό παγκοσμίως μνημειακό σύνολο της «βυζαντινής Πομπηίας» διαλύθηκε κυριολεκτικά σε πλίνθους και κεράμους, στο Ελληνικό, στην Ακρόπολη (τσιμέντο και αναβατόριο), στην Αμφίπολη, στο Τατόι, στην ενοποίηση του Αρχαιολογικού Μουσείου, στους εποπτευόμενους φορείς, στο αμαρτωλό Ταμείο Αλληλοβοήθειας, στο φιάσκο Λιγνάδη, στις παλινωδίες με τις εκλογές/διορισμούς διευθυντών1. Ωστε φτάνοντας στο σήμερα, η παράλογη υποβάθμιση των πτυχίων των καλλιτεχνών δεν είναι απλώς μία σύμπτωση. Είναι η συνειδητή κατάληξη της πολιτικής τους, μίας πολιτικής μίσους και επίθεσης στο δημόσιο συμφέρον.
Η αγέλαστος πέτρα και ο επαρχιωτισμός του ’60
Η τελευταία πράξη, της μετατροπής των δημόσιων αρχαιολογικών μουσείων σε ΝΠΔΔ και ο διορισμός αμφιλεγόμενων Δ.Σ. μόλις έναν (1!) μήνα πριν από τις εκλογές, σε άλλες εποχές θα φάνταζε απλώς γελοία μέσα στο μικροκομματικό γκροτέσκο της. Σήμερα με αυτήν την πολιτική αυτής της κυβέρνησης και ειδικά με αυτήν την υπουργό, φαντάζει απολύτως λογική και αναμενόμενη. Γιατί στη ρητορική που προηγήθηκε, η φιγούρα της υπουργού ταιριάζει γάντι. Η θητεία Μενδώνη, που θα μείνει στην ιστορία ως η πλέον απολίτιστη και εχθρική προς τον πολιτισμό και τους εργάτες του, δεν θα αφήσει πίσω της μόνο συντρίμμια, στα μνημεία και στα έργα του πολιτισμού. Θα αφήσει και την ανάμνηση μίας περσόνας μονίμως θυμωμένης και αγέλαστης σαν πέτρα -ακριβώς όπως η αγέλαστος πέτρα στην Ελευσίνα, όπου άλλωστε μαζί με την Περσεφόνη θρηνούμε ένα ακόμη φιάσκο της θητείας της. Μία θητεία που θα μπορούσε συνθηματικά να περιγραφεί από τη ρήση: «υπήρξαμε υπερβολικά επιεικείς προς τους καλλιτέχνες», εννοώντας τα ψίχουλα που έδωσε η πολιτεία στην καραντίνα, αφού τους είχε στην ουσία απαγορεύσει να δουλέψουν.
Ο επαρχιωτισμός, οι ίντριγκες, οι στημένες συνεντεύξεις και η κακογουστιά απλώς συνοδεύουν τη μνημειώδη θητεία. Γιατί κατά τ’ άλλα η κυβέρνηση Μητσοτάκη όπως στραγγίζει την κοινωνία από οικονομικούς πόρους και το περιβάλλον από φυσικούς, έτσι αποξηραίνει και το πολιτισμικό πεδίο από τους πόρους του. Η απερήμωση αυτή, πέρα από την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων θεμελιώνεται σε 2 εμμονές. Από τη μία το δόγμα «ο πολιτισμός είναι οικονομία» και οι σχετικές κοινοτοπίες περί του πολιτισμού ως «εργαλείου ανάπτυξης». Θεωρίες παρωχημένες που υποτιμούν και συρρικνώνουν τον πολιτισμό στα όρια μίας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος και εν τέλει τον ματαιώνουν. Από την άλλη, η εξίσου επιδερμική και ατελέσφορη επιμονή να συνδέεται ο πολιτισμός αποκλειστικά με τον τουρισμό, θλιβερό απομεινάρι του κοσμοπολιτισμού του ’60. Οι δύο αυτές εμμονές σε συνδυασμό με τις αιώνιες ιδεοληψίες της προγονολατρείας και της αρχαιοπληξίας συστήνουν τον καμβά της πολιτικής Μενδώνη. Εννοιες όπως περιφερειακή πολιτική και ανάπτυξη, τοπική αυτοδιοίκηση, περιβάλλον κ.λπ. απουσιάζουν εντελώς από το πολιτικό λεξιλόγιο του Υπ.Πο., όπως άλλωστε απουσιάζουν τα στρατηγικά σχέδια και η διαβούλευση.
Να ξαναονειρευτούμε τον κόσμο
Ολα αυτά θα ήταν έως και γραφικά και θα εξηγούσαν τις τελευταίες θέσεις της χώρας στην Ευρώπη, στη δημόσια χρηματοδότηση του πολιτισμού, αν δεν ήταν και άκρως επικίνδυνα. Γιατί στο μεταξύ, ο κόσμος αλλάζει και αλλάζει δραματικά σε τρία επίπεδα:
α. Ενας άλλος κόσμος: είμαστε ήδη στην Ανθρωπόκαινο Εποχή. Στο κέντρο μίας αδυσώπητης κλιματικής κρίσης, που αλληλεπιδρά με πανδημικές κρίσεις, με οικονομικές κρίσεις, με κρίση ενέργειας. Στον κόσμο αυτόν τίποτα δεν είναι το ίδιο. Η κλιματική κρίση δημιουργεί νέο περιβάλλον, νέες σχέσεις, νέες αξίες. Η επαπειλούμενη ερημοποίηση σε συγκεκριμένα οικοσυστήματα τι αλλαγές θα φέρει, για παράδειγμα, στον πολιτισμό;
β. Ενας άλλος πολιτισμός: από την άλλη, η νέα ψηφιακή πραγματικότητα αλλάζει άρδην τη συνθήκη αλληλεπίδρασης με τον κόσμο. Με άξονες την αποϋλοποίηση και την αποεδαφοποίηση των πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, ζούμε σήμερα την παντοκρατορία της πλατφόρμας με ευάριθμες εταιρείες-κολοσσούς να ελέγχουν την παραγωγή αλλά και την κατανάλωση-διανομή (Google, Apple, Facebook, Amazon, Netflix κ.λπ.). Η ισχύς τους είναι τέτοια που επεμβαίνει στην ίδια την πολιτισμική παραγωγή, διαμορφώνοντας νέες αισθητικές αξίες και ταυτότητες. Από τον σύγχρονο πολιτισμό ώς τα μουσεία και τα μνημεία, η αναδιοργάνωση του πολιτισμικού καπιταλισμού αλλάζει τον παγκόσμιο χάρτη, συμπιέζοντας παράλληλα τις τοπικές παραγωγές σε επίπεδο ασφυξίας.
γ. Ενα άλλο υποκείμενο: ακριβώς λόγω των προηγούμενων κοσμογονικών αλλαγών, η πρόσληψη του κόσμου αλλάζει επίσης δραματικά, δημιουργώντας ένα νέο υποκείμενο-πολίτη, πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία. Σκυμμένοι πάνω από τη γαλάζια οθόνη του κινητού σκρολάρουμε τη νέα πραγματικότητα φτάνοντας έως τον πολιτισμό του χρυσόψαρου, όπου η μνήμη μηδενίζει και επανεκκινεί κάθε 8 δευτερόλεπτα -όσο διαρκεί η μνήμη του χρυσόψαρου.
Απέναντι σε αυτές τις τεκτονικές αλλαγές τι αντιτάσσουμε; Τις θλιβερές καρικατούρες του υπουργείου ή τα Δελτία Τύπου τους που καταγγέλλουν σαν εισαγγελείς του Φώσκολου την αντιπολίτευση; Χωρίς σχέδιο, χωρίς στρατηγική, χωρίς πολιτική. Η κυβέρνηση, στον πολιτισμό, δεν είναι απλώς κακή, οπισθοδρομική και εμμονική. Είναι εντελώς εκτός αντικειμένου. Ο πολιτισμός δεν είναι ένας ακόμη τομέας της πολιτικής μαζί με την οικονομία, τον τουρισμό και τη δημόσια τάξη. Είναι οριζόντιος και είναι η ανάσα της κοινωνίας. Είναι εκεί που διαμορφώνονται οι ταυτότητες, εκεί που διαμορφώνονται τα νέα μοντέλα κοινωνικής συνύπαρξης, είναι εκεί που δομείται ο νέος κόσμος απέναντι στην ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τις κάθε λογής ανισότητες. Είναι αυτό που μένει όταν όλα έχουν λησμονηθεί. Πώς να το καταλάβουν αυτό οι ήδη λησμονημένοι;
** Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πρώην πρόεδρος του ΟΜΜΘ
