Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από την οδό των Φιλελλήνων του Εμπειρίκου μέχρι τη Σταδίου όπου βρίσκεται ο «Ιανός» η σχέση του Γιάννη Μπέζου με την ποίηση είχε πολλά βήματα, πολλά στάδια, πολλές βραδιές ερμηνείας και απαγγελίας.

Ηταν όμως και μια διαδρομή αδιάσπαστη, συνεχής. Και μια σχέση που δεν είχε μόνο δημοσιοποιημένα στιγμιότυπα. Είχε και πολλές προσωπικές στιγμές ανάγνωσης, μελέτης, έκθαμβης σιωπής και σκέψης.

Αλλά, ναι. «Το πρώτο ποίημα που με καθήλωσε ήταν αυτό: “Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους…». Το “Εις την Οδόν των Φιλελλήνων” του Εμπειρίκου. Δεν ήμουν πολύ μικρός. Η ενασχόληση με τους υπερρεαλιστές δεν μπορεί να γίνει στα χρόνια τα μικρά. Σημασία έχει ότι αυτά τα πράγματα τρέχουν μαζί μας, μας συνοδεύουν στα χρόνια κι ας κάνουμε ότι δεν ασχολούμαστε μαζί τους», λέει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Και μπορεί η ενασχόλησή του με τον ελληνικό υπερρεαλισμό να ξεκίνησε σχετικά πιο όψιμα, η σχέση του με την ποίηση όμως ήρθε εγκαίρως και κατά καιρούς καρποφόρησε βραδιές όπως αυτές που ετοιμάζει τώρα, από την Παρασκευή 22 Οκτωβρίου και το Σάββατο 23/10 (στις 20.30) και ύστερα για ένα ακόμα ανάλογο διήμερο (29, 30/10) στο καφέ του «Ιανού», με τίτλο «Οταν χαμηλώνουν τ’ άστρα»: «Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι, όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου, όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων», λέει ο Γιώργος Σεφέρης. Κι όπως γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα γι’ αυτές τις βραδιές ο Μπέζος: «Ο μεγάλος Σεφέρης έλεγε πως όταν κόβουμε ένα κομμάτι από το παρελθόν, την ίδια στιγμή κόβουμε κι ένα κομμάτι από το μέλλον. Η άγνοια και ακόμα χειρότερα η θολή εικόνα που έχουμε για το παρελθόν μας, φοβίζει και συσκοτίζει τον δρόμο για τα επόμενα. Η ποίηση για τους μεγάλους προγόνους μας ήταν καθημερινή άσκηση και ψυχαγωγία. Μέσα στους αιώνες και μετά από πολλές αναταράξεις ο τόπος μας γέννησε δημιουργούς θαυμαστούς και αποκαλυπτικούς. Η πρόθεσή μας είναι να τους θυμηθούμε. Ετσι κι αλλιώς τους εμπεριέχουμε, διότι μας δένει η γλώσσα με όλες τις παραλλαγές της. Με όχημα τις μουσικές σπουδαίων συνθετών, θα διαπιστώσουμε ότι η ποίηση, όπως έλεγε ο Εγγονόπουλος, είναι λόγια ψιθυριστά στα αυτιά ευγενικών ανθρώπων. Είναι η ακριβή εκδοχή της πατρίδας μας».

Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα προγραμματισμένο ήδη από πέρυσι τετραήμερο που δεν μπόρεσε τότε να γίνει «ζωντανά» λόγω υγειονομικών μέτρων. Γίνεται όμως φέτος με την ίδια σύνθεση και φιλοσοφία: Κάθε βραδιά από τις τέσσερις ο Γιάννης Μπέζος θα κάνει μία σύντομη εισαγωγή και θα ακολουθεί ένα πρόγραμμα αφιερωμένο στην απαγγελία, στο τραγούδι αλλά και στη διαδρομή σε κορυφαίες στιγμές από το έργο ποιητών όπως ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Λαπαθιώτης, ο Ελευθερίου, η Πολυδούρη, ο Σαραντάρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Γκάτσος, ο Σινόπουλος, ο Ισαρης, η Χατζηλαζάρου, ο Καρούζος, ο Εγγονόπουλος, ο Καββαδίας, ο Ουράνης, ο Λειβαδίτης, ο Βάρναλης.

Θα εμβάλλονται τραγούδια-μελοποιημένα ποιήματα του Θεοδωράκη, του Σπανού, του Λεοντή, του Παπαδημητρίου, της Πλάτωνος, του Οικονόμου, του Μαρκόπουλου, του Μικρούτσικου.

Ο ίδιος ο Μπέζος θα τραγουδάει ή θα απαγγέλλει μαζί με τις νεότερες και ταλαντούχες Κωνσταντίνα Νταντάμη και Ντένια Στασινοπούλου. Και στο πιάνο θα είναι ο Θοδωρής Οικονόμου. Τόσο λιτά.

Οσο λιτά εξηγεί ο Γιάννης Μπέζος τη βασική διαφορά που εντόπισε μεταξύ ποίησης και θεάτρου: «Η ποίηση είναι δημιουργία κόσμου εκ του μηδενός. Το ποιητικό κείμενο έχει αξία ακόμα κι αν δεν διαβαστεί κι αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά του με το θέατρο που θέλει κοινό για να “υπάρξει” εκείνη τη στιγμή. Ενα ποίημα συνομιλεί με τον χρόνο. Κάποια στιγμή θα το ανακαλύψουν. Ο Σολωμός δεν χάνει την αξία του αν δεν διαβαστεί. Είναι αυθύπαρκτος, προπάτοράς μας. Εχουμε μεγάλο οπλισμό σε ποιητές και πνευματικούς ανθρώπους. Τους επικαλούμαστε όταν τα βρίσκουμε σκούρα. Αλλά δεν τους γνωρίζουμε όλους. Κι ένας λόγος που κάνω αυτές τις βραδιές είναι κι αυτός. Να γνωρίσουν όσοι δεν την ξέρουν την ποίηση του Ουράνη, της Χατζηλαζάρου, του Ισαρη, του Σινόπουλου. Το κάνω όμως, ομολογώ, κυρίως για δική μου χρήση…»

Το κάνει, πάντως, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται «αντιποιητική». Και επίσης «εποχή υπερπληροφορίας και όχι ουσιαστικής γνώσης», προσθέτει ο Γιάννης Μπέζος. Και θυμίζει: «Ο Εγγονόπουλος με αφορμή τον θάνατο του Λόρκα είχε πει “δεν ξέρετε ότι σε καιρούς δύσκολους και σκληρούς συνηθίζεται η δολοφονία ποιητών;”. Εκείνοι μας θυμίζουν πόσο ασήμαντοι είμαστε. Ή θα πρέπει να τους μοιάσουμε ή να τους καταστρέψουμε. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τα αγάλματα, όπως π.χ. με το άγαλμα του Κοραή που κάποιοι το βανδάλισαν επειδή δεν τον ήξεραν. Ε, ναι. Εχουμε έλλειμμα παιδείας. Είμαστε πολύ αφημένοι στη μοίρα μας. Διαφημίσαμε τα 200 χρόνια και τίποτα δεν γιορτάσαμε, χαμπάρι δεν πήραμε. Ασχολούμαστε με τη φτηνή πλευρά της πατρίδας μας».

Ας το πούμε λοιπόν κι έτσι. Οτι αυτές οι βραδιές είναι το αντίδοτο του Γιάννη Μπέζου στη φτήνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξεχνά και την άλλη ιδιότητά του. Από τις 20 Ιανουαρίου θα είναι στο Ιδρυμα Κακογιάννη συμπρωταγωνιστώντας με τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη στις «Αινιγματικές παραλλαγές» του Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ.