Το να έχεις ξεχάσει ότι τότε που η Ελλάδα μεγαλούργησε επί δραχμής (αν μεγαλούργησε, που δεν μεγαλούργησε) ο κόσμος ήταν εντελώς διαφορετικός, κυριαρχούσαν τα εθνικά νομίσματα, υπήρχαν ακόμα τα δύο μπλοκ και δεν είχαν σκάσει μύτη η παγκοσμιοποίηση, το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και διάφορα τέτοια ψιλά, είναι σοβαρό.
Σοβαρό είναι και να ανήκεις σε μια κυβέρνηση που διαπραγματεύεται για να σωθεί η χώρα από τη χρεοκοπία «εντός Ευρώπης», όπως έχει ξελαρυγγιαστεί να λέει ο πρωθυπουργός (αλλά ποιος τον ακούει τώρα τελευταία αυτόν), και συ στο παρά πέντε, στην πιο κρίσιμη στιγμή, να το ρίχνεις στην ποιητική αναπόληση· του ‘50, του ‘60, του ‘70, του ‘80, του ‘90; Θα σας γελάσω.
Οποια δεκαετία πάντως και να είχε στο μυαλό του ο Νίκος Ξυδάκης στη συνέντευξή του εδώ στην «Εφ.Συν.», στη Βασιλική Τζεβελέκου, και νεοφιλελές να είσαι, όχι κοτζάμ αριστερός σαν αυτόν, όλο και θα πέσεις πάνω σε κάνα Μακρονήσι, σε καμιά χούντα, στο κράτος της Δεξιάς, σε Ακηδες, ξεσαλώματα και διάφορα τέτοια ψιλά.
Ακόμα, όμως, σοβαρότερο είναι να είσαι αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, να μετράς κάθε μήνα τα δικά σου τα ψιλά και να μη σου βγαίνουν (μόνος σου το παραδέχεσαι), να έχεις ένα κάρο φεστιβάλ, μουσεία, αρχαιολογικά έργα να κρέμονται κυριολεκτικά από τα ευρωπαϊκά προγράμματα (το ξέρουν και οι πέτρες) και συ, ο ψυχοπονιάρης, να αναλαμβάνεις την υπεράσπιση της έρμης της δραχμής από τις κακές τις γλώσσες ή, έστω, να κάνεις «ιστορική αναδρομή» στα φραγκοδίφραγκα.
Ελαφρύς, άνετος και ωραίος.
Αλλά γιατί να έχει αγωνία ο Νίκος Ξυδάκης; Την έχει βρει τη λύση.
Την ξεδίπλωσε πριν από λίγες μέρες σε εκδήλωση στο Ισλαμικό Μουσείο.
«Είναι η τέχνη του ανώνυμου. Είναι η τέχνη στις αυλές και τα σπίτια. Μεγάλη τέχνη είναι αυτό που τελείται σ’ έναν εσπερινό, σε μια αρτοκλασία, όταν οι γυναίκες στολίζουν αποβραδίς με λουλούδια ένα εικόνισμα. Αυτό είναι μια μεγαλειώδης installation.
Φεύγουμε από το έργο εμπόρευμα-αντικείμενο. Γιατί πλέον μας φανερώνεται η ζωή ως έργο τέχνης».
Προτείνω στις επόμενες Κάνες να στείλουμε φρέσκα φασολάκια.
