Μεγαλώναμε κάτω από τον ουράνιο ίσκιο των ποιημάτων της. Η κουβέντα μαζί της ήταν μια απόλαυση. Ενα μοίρασμα καρδιάς. Ενα συμπόσιο αγάπης όπου το πάθος γίνεται υπόσχεση και η ένωση κοινωνία. Ενώ φαινόταν απροσπέλαστη, όταν τρύπωνες στο άδυτο της ψυχής της, δεν ένιωθες να παραβιάζεις κάτι απαγορευμένο. Γινόταν σαγηνευτική με τη σοφία της. Γλυκιά με τον ήχο των λέξεών της.
Τη γνωριμία μου μαζί της τη χρωστάω στον αξιαγάπητο φίλο, δημοσιογράφο, συγγραφέα Νίκο Δαββέτα. Συνεργαζόμασταν στην πολιτιστική εκπομπή «9+1 Μούσες», όταν ήμουν αρχισυντάκτρια στη Διεύθυνση Διεθνών Τηλεοπτικών Εκπομπών της ΕΡΤ (Δορυφορική).
Με αφορμή μια έκθεση ζωγραφικής το 2007, με τίτλο: «Γιάννης Ψυχοπαίδης. Κική Δημουλά. Συνομιλία ποίησης και ζωγραφικής», παρακάλεσα ο Νίκος να συνομιλήσει μαζί της. Ηταν η πρώτη τηλεοπτική της συνέντευξη. Μεταδόθηκε μόνο δορυφορικά, ποτέ στην Ελλάδα. Σήμερα η «Εφ.Συν.» δημοσιεύει αποκλειστικά το περιεχόμενο της συνέντευξης. Ευγνωμονώ τον Νίκο που μας κάλεσε σ’ ένα εστιατόριο μετά το τηλεοπτικό γύρισμα για να γνωριστούμε.
Της άρεσε το σχόλιό του για τον Αθω Δημουλά τον οποίο παρομοίασε με δέντρο που κοιτώντας τον χάναμε το δάσος, δηλαδή την ποίησή του. Τη ρώτησα πόσο την επηρέασε στο έργο της και απάντησε: «Ο Αθως Δημουλάς ήταν ο άγιος τόπος μου. Ο ναός του Αθώου Διός. Αλλωστε και το Αγιον Ορος (Αθως) δεν είναι ένα απομονωμένο βουνό, αλλά μια μεγάλη χερσόνησος. Η επιρροή του ήταν βαθύτατη και πλατιά σε πολλά επίπεδα».
Σε ερώτηση του Νίκου πώς βλέπει τη συνύπαρξη ζωγραφικής και ποίησης, απάντησε: «Απαντάω σύμφωνα με όσα μου υπαγορεύει η άγνοιά μου. Οτι αυτές οι δύο μορφές τέχνης θα ανταλλάξουν έτσι σιωπηλά και κρυφά τις επιρροές τους. Η ποίηση που είναι ως επί το πλείστον μαυροντυμένη, λόγω των μαύρων γραμμάτων, θα μπορέσει να πετάξει τα ράσα, ν’ αρχίσει να ντύνεται με κάπως πολύχρωμες πάντα αποσιωπήσεις.
Η ζωγραφική από την άλλη πλευρά θα έχει πάντα στη διάθεσή της το σώμα της ποίησης να το τεμαχίζει και να εμβαθύνει στη σύνθεση των δακρύων που ίσως είναι ο βηματοδότης της καρδιοπαθούς ποιήσεως. Ελπίζω και ξαναελπίζω -και πολύ κακή λέξη αυτή, πώς τη χρησιμοποιώ δεν ξέρω- ότι οι επινοήσεις αυτών των διαφορετικών μορφών τέχνης θα έχουν μια ειρηνική συμβίωση.
Γιατί όπως ξέρουμε κάθε τέχνη μοναχή της μαστίζεται και ζημιώνεται πάρα πολύ από τους εμφύλιους πολέμους. Και προσδοκώ αυτός ο κλειστός και στοχαζόμενος εδώ μέσα βίος να δώσει πολλούς καρπούς διαλόγου που θα περιορίσουν λίγο την εξάπλωση του νοσηρού μονόλογου».
Θέλοντας να διευκρινίσει αν πιστεύει ότι ο λόγος μπορεί να γίνει σχέδιο: «Οπως παίρνουμε ένα βίωμά μας στην ποίηση, ελεύθερη μετάφραση αυτού του βιώματος δεν κάνουμε; Ε αυτό κάνουμε και στη ζωγραφική, αυτό κάνει και η ζωγραφική στην ποίηση, αυτό κάνει και η ποίηση στη ζωγραφική. Πιστεύω ότι υπάρχει τρόπος, τέλος πάντων, προσεγγίσεως. Να μην είναι χαμένη αυτή η συνάντηση».
Για τον ορισμό της ποίησης μας είπε: «Είναι μια φανταστική ολοκλήρωση των ατελών πραγμάτων που κάναμε ή είναι η ανακεφαλαίωσή τους. Με δικά της όμως λόγια και με πολύ περισσότερα. Είναι οι αξίες που σώζονται. Αλλά προσωπικά είμαι από τους ανθρώπους που με νοιάζει ότι θα πεθάνω εγώ και αδιαφορώ πλήρως αν θα σωθούν τα ποιήματά μου, δεδομένου ότι δεν θα γνωρίζω τίποτα περί αυτών και τίποτα σχετικά με τους φίλους μου, με τους ποιητές, με τους ανθρώπους. Τίποτα. Αν θέλουν και μπορούν ας με υπερασπιστούν, αλλά εγώ βέβαια ποτέ».
Για τον στίχο της «είναι παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος», σχολίασε ότι «η ανθρωπότητα γερνάει επειδή αενάως κατατρώγεται από αυτό το σαράκι της θνητότητάς της. Τώρα, αν σώζονται κάποιες αξίες από τους ανθρώπους που φεύγουν, αυτό το οφείλουμε στο ότι ο θάνατος έχει μια κουλτούρα καθαρά σωματική.
Τον νοιάζει να φάει το σώμα και τα του πνεύματος τα αφήνει έτσι. Σώζονται αυτά, ξεχνιούνται, απλώς, όπως ξεχνιούνται πάρα πολλά σημαντικά πράγματα. Αλλά πιστεύω και στον κυματισμό και της μνήμης και της λήθης. Σ’ αυτό το ανεβοκατέβασμα, όπου ξανάρχονται στην επιφάνεια τα ξεχασμένα πράγματα ή ξαναβυθίζονται. Αυτός ο παλμός είναι της υπάρξεως παλμός. Παίρνει σβάρνα και τις αξίες».
Στην ερώτηση όμως αν η λήθη είναι πάντα πεινασμένη, είπε: «Η λήθη είναι πεινασμένη διότι αυτή είναι η τροφή της. Κι επειδή υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα να ξεχαστούν, είναι αδηφάγος και ακόρεστη». Στο αν χρειάζονται οι ποιητές σ’ έναν μικρόψυχο κόσμο, απάντησε πως σ’ έναν μικρόψυχο κόσμο χρειάζεται μια μεγάλη ψυχή. Ρωτήθηκε επίσης αν μπορούμε ν’ αγαπάμε έναν απόντα. «Ναι, τον αγαπάμε αλλά είναι βασανιστικό» είπε. «Δεν χορταίνεις βέβαια, αλλά καθώς δεν σ’ ενοχλεί πλέον και δεν σ’ απογοητεύει μπορείς να τον αγαπάς. Δεν υπάρχει πια. Είναι όλα διορθωμένα».
Αναφορικά με την αγάπη προς τον πλησίον υποστήριξε: «Είναι μια απαίτηση. Πιο σωστά είναι ένα αίτημα. Ομως δεν μπορείς ν’ αγαπάς πάρα πολύ τον πλησίον σου διότι αγαπάς πάρα πολύ τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να μην αγαπάς τον πλησίον σου γιατί ο εαυτός σου έχει συντεθεί από το τι ονειρεύτηκες για τον πλησίον σου. Η αγάπη είναι μέσα στο μυαλό μας. Και νομίζω ότι αρμόδια να λαβαίνει αυτό το αίτημα είναι η θυσία της αγάπης προς τον εαυτό μας. Η θυσία. Είναι όμως οξύμωρο γιατί ο εαυτός μας είναι φτιαγμένος από το πόσο πολύ έχουμε ονειρευτεί έναν πλησίον».
Ηταν μια συνάντηση αξέχαστη όπου απλώθηκαν όλες οι ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις. Σε μερικές μελλοντικές συναντήσεις μας, παρέα με τον Αγγελο Δεληβορριά, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Σωτήρη Σόρογκα, που υπεραγαπούσε, την ανησυχούσε ο θάνατος. Ελεγε ότι η προβούλευση του θανάτου είναι προβούλευση ελευθερίας και πρέπει να προγυμναζόμαστε γι’ αυτό.
Ελεγε πάντα: «Φωνάξτε την καλύτερη ορχήστρα του κόσμου, το πρώτο βιολί, όποιο μελωδικό μέσο θέλετε – τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη τόσο αισθαντικά, τόσο πειστικά όπως τη φέρνουν τα πρωινά κελαϊδίσματα των πουλιών. Ολα τα πράγματα γίνονται τούτη την εποχή πουλιά. Και οι σιδερένιες σκέψεις και όλο το άλαλο μέλλον, ξαφνικά αηδόνι».
Τούτες οι φωνές των πουλιών, Κική Δημουλά, εισχώρησαν φαίνεται και σκήνωσαν ένα αστείο όνειρο, αλλά ωστόσο θεόπεμπτο. Σε αποχαιρετήσαμε μιαν ανοιξιάτικη μέρα.
