Επιτέλους χαμογέλασε η Ασλί Ερντογάν. Το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης την αθώωσε την περασμένη Παρασκευή από τις κατηγορίες της «απόπειρας προσβολής της ακεραιότητας του κράτους» και της «συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση», ζητώντας επίσης την απαλλαγή της από την κατηγορία της «διασποράς τρομοκρατικής προπαγάνδας».
Πιθανότατα σε αυτό το απρόσμενο αποτέλεσμα έπαιξε ρόλο η στάση που κράτησαν τα ξένα ΜΜΕ και διεθνείς προσωπικότητες των Γραμμάτων και του Πολιτισμού, καταδικάζοντας -μέχρι και την τελευταία στιγμή, με petition- τις διώξεις που υπέστη η σπουδαία Τουρκάλα συγγραφέας, όπως και την ανελευθερία έκφρασης που επικρατεί στην πατρίδα της.
Η ίδια, λίγες ημέρες πριν από τη δίκη, αντιμετωπίζοντας έως και 9 χρόνια κάθειρξης, καλούσε δυναμικά: «Να υψώσετε τη φωνή σας ενάντια σε αυτή την πολύ ισχυρή επίθεση που δέχεται η ελευθερία της γνώμης και του λόγου, αλλά και για κάτι περισσότερο… Η Τουρκία ξεκίνησε έναν κανονικό πόλεμο εναντίον των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της λογοτεχνίας και πάνω απ’ όλα ενάντια στη Συνείδηση, στην επιμονή της να συνεχίζει να με τιμωρεί».
Η Ασλί Ερντογάν, τα βιβλία της οποίας έχουν μεταφραστεί σε 21 γλώσσες (στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ποταμός), δικαζόταν επειδή δημοσίευσε κείμενά της στην κουρδική εφημερίδα Ozgur Gundem, της οποίας ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Είχε συλληφθεί στις 16 Αυγούστου του 2016 και αφού της απαγγέλθηκαν ανυπόστατες κατηγορίες, οδηγήθηκε στις τουρκικές φυλακές όπου και παρέμεινε έγκλειστη σε άθλιες συνθήκες για τεσσερισήμισι μήνες, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η υγεία της. Κατάφερε να πάρει πίσω το διαβατήριό της τον Σεπτέμβριο του 2017, οπότε έφυγε για τη Γερμανία.
«Για να είμαι ειλικρινής, εξεπλάγην. Σχεδόν όλοι θεωρούσαν δεδομένο πως θα καταδικαστώ», δήλωσε μετά την αθωωτική απόφαση η 53χρονη συγγραφέας στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αποκλείει το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Τουρκία. «Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορώ να επιστρέψω, με δεδομένο τον κίνδυνο να φυλακιστώ. […] Ακόμη μια σύλληψη θα σήμαινε για μένα θάνατο» είπε, συμπληρώνοντας ότι όσα θα έλεγε ή θα έγραφε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για νέες κατηγορίες εις βάρος της.
Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, με ρίζες στη Θεσσαλονίκη από την Εβραία γιαγιά της, η πολυβραβευμένη συγγραφέας το μόνο που αναπολεί από την Τουρκία πλέον είναι η επικοινωνία με τους απλούς ανθρώπους. «Παλιά μιλούσα με μπακάληδες ή με επιβάτες στο λεωφορείο και το μετρό.
Μου έδινε τροφή ως συγγραφέα, αλλά αυτός ο δίαυλος έχει πια κοπεί». Επιπλέον, επιθυμεί πολύ να ξαναβρεί τη βιβλιοθήκη της με τα 3.500 βιβλία. «Αυτή είναι η μοναδική μου περιουσία στον κόσμο», λέει στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. «Χωρίς αυτή νιώθω κομμένα τα χέρια και τα πόδια μου».
