Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Φίλοι και συνεργάτες αποχαιρετούν τον Χριστόφορο Λιοντάκη
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Φίλοι και συνεργάτες αποχαιρετούν τον Χριστόφορο Λιοντάκη

  • A-
  • A+

Ο κόσμος των γραμμάτων, συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούν σήμερα στις 4.30 το απόγευμα στο νεκροταφείο Χαλανδρίου τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη, που πέθανε την Παρασκευή σε ηλικία 74 ετών. «Μια ευγενική μορφή που κόσμησε τα ελληνικά Γράμματα με την ποιότητα, το ήθος και τη γνήσια ποιητική του φλέβα, […] από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας και από τους σπουδαιότερους της Κρήτης», ανέφερε στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

Τα ποιήματά του κυκλοφορούν σε δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις «Εικόνες που επιμένουν» και «Ποιήματα 1982-2010», μαζί με ένα αυτοβιογραφικό πεζό, «Ο μεγάλος δρόμος», όλα στις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αγγλικά και έχουν μελοποιηθεί από τον Γιάννη Ιωαννίδη, τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Γιώργο Κουρουπό. Μετέφρασε Σταντάλ, Μπονφουά, Ρεμπό, Ζενέ, Καμί και άλλους.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης το 1968 στο Ηράκλειο Κρήτης

Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Με το φως». Για την ίδια συλλογή βραβεύτηκε με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω». Το 1993 η Γαλλία τον έχρισε Ιππότη της Τάξεως των Γραμμάτων και των Τεχνών. Βραβεύτηκε με το βραβείο Νίκος Καζαντζάκης από τον Δήμο Ηρακλείου και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών.

Στενοί φίλοι του και συνεργάτες ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της «Εφ.Συν.» να μοιραστούν μια προσωπική ιστορία από τη σχέση τους.

ΚΟΡΑΛΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ, μεταφράστρια

Εζησε σαν καθαρόαιμος ποιητής​​​​​​

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης με την Κοραλία Σωτηριάδη

Με τον Χριστόφορο γνωριστήκαμε το χειμώνα του 1976. Στο Πρωτοδικείο του Πειραιά, εργατικές διαφορές, αντίδικοι δικηγόροι. Εγώ με τους εργαζόμενους, καταχρηστικά απολυμένους από τη ΧΡΩΠΕΙ, εκείνος δικηγόρος της εργοδοσίας. Με το τέλος της δίκης βρεθήκαμε να κουβεντιάζουμε σ’ ένα πειραιώτικο καφενείο και την επομένη πήγαμε μαζί σινεμά. Κι από τότε δε χωριστήκαμε ποτέ. Η ζωή μας δέθηκε αξεδιάλυτα: Κοινοί φίλοι, νονός του Μίλτου, διαβάσματα, το θέατρο, οινοποσίες, μονοπάτια στην Ανδρο, θάλασσες. Ο Χριστόφορος έζησε σαν καθαρόαιμος ποιητής, ένα πετεινό του ουρανού. Μα πάνω απ’ όλα σαν φίλος. Ο ορισμός του πιστού φίλου.

Η μεγάλη μου ευτυχία ήταν να καθόμαστε πάνω απ’ τα κείμενά του, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και ό,τι άλλο, και να τα δουλεύουμε. Και μου είχε λείψει τα τελευταία λίγα χρόνια, που η ζωή γκριζάριζε και ο Χριστόφορος έγραφε λιγότερο. Λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο, είχαμε κανονίσει να καθίσουμε λίγο μαζί πάνω στο τελευταίο, εκτεταμένο ποίημά του, το «Ενεκεν». Δεν προλάβαμε.

ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ, συγγραφέας, μεταφράστρια

Αμόλα καλούμπα, Κρις

«Πού γιόγλαρες πάλι μεσημεριάτικα, μες στους ήλιους, μωρή υλίστρια; Συμμαζεμό δεν έχεις. Τι τα θες τα καλλιτεχνικά, ακόμα δε βαρέθηκες; Τι τους θες όλους αυτούς, μάταια είναι όλα, ακούς; Σπίτι είμαι, άμα θες πάρε…» Ακόμα και στο τελευταίο μήνυμα, τέτοια μου έλεγε, τα είχα μάθει απέξω...

1ο ή 2ο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα, δε θυμάμαι, ξενοδοχείο «Rio Beach», στον κήπο (;), η γενιά του ’70, κάποιοι, όχι όλοι, εγώ κανέναν δεν ξέρω προσωπικά, εκπροσωπώ το «Θεμέλιο», με πήρε υπό την προστασία του, δύο ολόκληρες μέρες κολλημένη δίπλα του. Κοντά 50 χρόνια πριν. Από τότε με μάλωνε συχνά πυκνά, για διάφορα, και με περνούσε μόνο 4 χρόνια. Αργησε ο απογαλακτισμός.

Πρέπει να ψάξω να βρω εκείνη τη φωτογραφία που μια Καθαρή Δευτέρα πετάμε μαζί αετό, τρέχουμε κρατώντας το σπάγκο κι έχουμε καταφέρει να τον σηκώσουμε ψηλά και γελάμε γεμάτοι αγαλλίαση και είναι τόσο μα τόσο όμορφος. Αμόλα καλούμπα, Κρις...

 

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ, συγγραφέας

Είχε το μέγα χάρισμα της προσφοράς​​​​​​

Πανεπιστημίου 44 στο βιβλιοπωλείο του «Κέδρου»: Κοραλία Σωτηριάδου, Κιούσης, Δημητράς, Τσιλούνης. Οι φίλοι, οι παρέες. Τότε άρχισαν όλα. Δικηγόρος, Ηρακλειώτης, ψηλός, μελαγχολικά ωραίος, αμήχανος, περαστικός για ένα «γεια» ο Χριστόφορος Λιοντάκης. Δούλευε στη νομική υπηρεσία της Φαρμακευτικής Χρωπεί. Χρόνια πολλά με το αναλγητικό Αλγκόν. Με τον Ηλεκτρικό κάθε μέρα στον Πειραιά. Με τις αγωνίες, τις δυσκολίες, τα προβλήματα της Εταιρείας.

Μου έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια η δερμάτινη τσάντα και το βάδισμά του. Φορούσε και γραβάτα, χαρτογιακάς όμως δεν έγινε ποτέ. Ηξερα ότι είναι ποιητής, ότι μεταφράζει και από τα γαλλικά. Ανταλλάσσαμε χαμόγελα, ματιές, κάτι μου έλεγε, κάτι του έλεγα. Κι ήρθε το 1978 η ποιητική συλλογή του «Υπόγειο Γκαράζ» από τις εκδόσεις «Κέδρος». Σίγουρα τις τυπογραφικές διορθώσεις θα τις είχε κάνει η αγαπημένη του φίλη Κοραλία. Σίγουρα όμως θα πρέπει να είχα ρίξει κι εγώ μια ματιά. Και είχα συγκινηθεί. Αργά, μετρώντας τα βήματά μας, γίναμε με τον καιρό φίλοι. Με τα παιδικά μας χρόνια, τις ιστορίες μας απ’ το χωριό, την αγάπη μας για τα λουλούδια, την κατάθλιψη των βουνών. Κι έπειτα, από δεκαετία σε δεκαετία, όλο και πιο στενοί φίλοι. Καθημερινοί. Είχε το μέγα χάρισμα της προσφοράς ο Χριστόφορος, της αφοσίωσης. Με τον δικό του τρόπο.

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ, μεταφραστής, συγγραφέας

Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του

Δεν θα πω για τον ποιητή, θα πω για τον φίλο, έναν από τους δοτικότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει· μάλλον: που φαντάζομαι να υπάρχουν.

Που μοίραζε καλοσύνη απλόχερα –όπως και ταπεράκια με φαγητό, περήφανος για τη μαγειρική του, στη γειτονιά στους φίλους, και σε καλούσε επίμονα να πας να πάρεις, ή: «να σου στείλω με κούριερ»!

Αφοσιωμένος στους φίλους του, μέχρι τυφλότητος, τον πειράζαμε: «αριστούργημα» όσα κάναμε οι φίλοι ή όσοι συμπαθούσε –ενώ όσων αντιπαθούσε, για λόγους συχνά ανεξήγητους και για τον ίδιο: «schrecklich», φρίκη: η γερμανική λέξη που είχε μάθει και τον ενθουσίαζε. Μαζί με τη λατρεμένη του καντάτα του Μπαχ, «Ich hatte viel Bekümmernis», πρώτο ακριβό δώρο του που κρατάω, ακριβώς 40 χρόνια: «Είχα μεγάλο βάρος, θλίψη…» σημαίνει, κι ήταν το μότο του, στον ενεστώτα, για να δηλώνει τη δυσθυμία του.

Μια βαθιά μελαγχολία, συστατική συχνά σ’ έναν ποιητή, που ίσως δεν τον άφησε να χαρεί όσο του άξιζε την τόσο πλούσια αλλιώς ζωή του, δοσμένος απολαυστικά στα πάθη του, ποίηση, έρωτα, καπνό, αλκοόλ.

Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του.

Du hattest viel Bekümmernis,

καλέ άνθρωπε· τώρα ξεκουράσου

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, συγγραφέας

Μια πρόσφατη φωτογραφία​​​​​​

Σάββατο σήμερα, κι ούτε Καλλιδρομίου σε πέτυχα ούτε Μπενάκη. Στα παρακάτω, στην πλατεία –να σου πω: δεν πολυκοίταξα. Σε είδα όμως χτες το βράδυ, ξαφνικά. Ητανε ξαφνική η φωτογραφία που μου ’δειξε η Δέσποινα απ’ την Εντατική. Κι εσύ μου φάνηκες σχεδόν κανονικός. (Εκτός κι αν φταίει που χτες το βράδυ ήμουν στο μπαλκόνι σου, και –ξέρεις, τώρα– λέγαμε και λέγαμε, και σαν να σε περίμενα ν’ αρχίσεις από μια μεριά, δεν κάθεσαι καλά εκεί, κάτσε από δω, τι άλλο να σου φέρω που δεν τρως, δεν πίνεις. Τα συνηθισμένα.)

Εχουν περάσει κάτι μέρες, μήνες, χρόνια από το τελευταίο τηλεφώνημα. Αργά τη νύχτα, 9 του Ιουνίου, μου ’λεγες τι καλό που σου ’χει κάνει το οξυγόνο, και ορίστε, ανασαίνεις μια χαρά, κι αύριο θα μου έδινες εξάπαντος παραγγελίες τι να σου φέρω. Αύριο το πρωί. Και το πρωί, τι να σου λέω, κι αυτό το ξέρεις.

Από εκείνη τη Δευτέρα, 10 Ιουνίου, μέχρι προχτές δοκίμασα μια δύο φορές να σε σκεφτώ αλλιώς. «Στα μαρμαρένια αλώνια», βέρο Κρητικόπουλο. Να έχει ποίηση η μάχη. Και παλικαριά. Και με το που το σκέφτηκα, το πήρα πίσω. Είναι αβάσταχτη η φρίκη των ποιημάτων ώρες ώρες. Και η λύπη τους.

Γι’ αυτό, στο βάθος, ίσως και να με ησυχάζει η φωτογραφία της Εντατικής. Αν εξαιρέσω κάποιες λεπτομέρειες, δεν έχει ίχνη. Ούτε μάρμαρα ούτε τάφρους αίματα. Εχει μόνο σιωπή. Εχει ευγένεια. Κι εσύ, σχεδόν κανονικός, Χριστοφοράκι μου.

ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ, δρ Φιλοσοφίας, ποιητής

Σπουδαίος δάσκαλος, σπουδαίος φίλος

Το μακρύ ταξίδι προς τη λήθη και το ακόμα μακρύτερο προς το αντίθετό της την α-λήθεια σε επιστρέφει πάντα στην τρωτή ανθρώπινη κατάσταση. Το να κατοικείς ποιητικά αυτό τον κόσμο σημαίνει να είσαι ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο απώλειας και κατάρρευσης.

Εχω γνωρίσει πολλούς ποιητές, ο Χριστοφόρος ήταν ο πρώτος αληθινός που συνάντησα. Σπουδαίος δάσκαλος στην ποίηση, σπουδαίος φίλος στη ζωή· ώσπου τα δύο ταυτίζονταν.

Υπήρχε μια θλίψη, ανεξήγητη και ατιθάσευτη, που με τον Χριστόφορο μας έφερε κοντά και θα μας ενώνει για πάντα. Είναι ένα ιδιαίτερο είδος θλίψης, είναι μια θλίψη που όταν μαθαίνεις να την κάνεις γενναιόδωρη γιορτή [και, Χριστόφορε, θα σου είμαι πάντα ευγνώμων γι’ αυτή τη διδαχή], οι νύχτες σου καίνε φωτιά και κάνεις παρέα με αλλόκοτους θεούς –είναι δρόμος μέθης και μέθεξης.

Τα αειθαλή ευδοκιμούν πιο δύσκολα από όλα, αλλά όταν τα καταφέρνουν μένουν ζωντανά για πάντα· υπάρχει υψηλό τίμημα στην πορεία, ο Χριστόφορος το πλήρωσε ακριβά, αλλά οι λέξεις του έχουν ήδη νικήσει – θα ζήσουν για πάντα.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ, συνθέτης

Α-τοπη και α-χρονη η ποίησή του​​​​​​

Κάποιος πρέπει να μιλήσει Χριστόφορε ΤΩΡΑ για το πόσο σπουδαίος Ποιητής είσαι. Τι άχρηστη εμμονή, τι μανία του σιναφιού είναι κι αυτή, να μεταθέτει τις κρίσεις για τον Μέλλοντα Χρόνο!

Είσαι κορυφαίος Ποιητής, κι εγώ που έκανα μεγάλες βουτιές στο ποιητικό σου σώμα, όταν άρχισα σιγά σιγά να ξεκλειδώνω βαριά αμπαρωμένες πόρτες, βρέθηκα μπροστά σε πρωτόγνωρη ομορφιά και άκουσα τον κλεισμένο ήχο να ξεχύνεται, να γεμίζει τον χώρο, να τρυπάει τους τοίχους. Ερχόταν από το σημείο 0 και πήγαινε πολύ μακριά.

Α-τοπη και α-χρονη η ποίησή σου, φίλε μου. Μεγάλη.

Κι εσύ πάντα μόνος ανάμεσα στους αγαπημένους σου.

Με αλκοόλ, νερό και πάγο σιωπούσες

Με αλκοόλ, νερό και πάγο ν’ αλλάξεις αίμα προσπαθούσες

Με αλκοόλ, νερό και πάγο ήσουν ο πιο πιστός φίλος για κείνους που αγαπούσες.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, συγγραφέας, κριτικός, δημοσιογράφος

Ο ποιητής σαν απακανθιζόμενος

Τον Καρυωτάκη κατονόμαζε ο Χριστόφορος Λιοντάκης σαν έναν από τους αγαπημένους του ποιητές. Κι ωστόσο κάποιο κρίσιμο μονοπάτι της ζωής του διασταυρώθηκε με το μονοπάτι ενός περιστασιακά «αντίδικου» του Καρυωτάκη: του Μαλακάση. Εννοώ την πρωιμότατη επαφή και των δύο με μια από τις ισχυρότερες μορφές του έμμετρου λαϊκού λόγου: τα μοιρολόγια. Γράφει ο Λιοντάκης στον Μεγάλο δρόμο: «Στις κηδείες φοβόμουν, ωστόσο δεν ξεκολλούσα από το σπίτι όπου υπήρχε το λείψανο. Ηθελα ν’ ακούω τα μοιρολόγια». Πολλές δεκαετίες πριν, το 1934, ο Μαλακάσης εκμυστηρευόταν σε συνέντευξη στον Κλέωνα Παράσχο: «Από την παιδική μου ηλικία, ό,τι μένει βαθύτερα χαραγμένο στη μνήμη μου είναι η μεγάλη αγάπη που αισθανόμουν για [...] τις κηδείες παλικαριών και κοριτσιών, που τους θρηνούσαν οι μοιρολογίστρες».

Η αγάπη του Λιοντάκη για τα πένθιμα τραγούδια δεν μετέτρεψε το έργο του σε μοιρολόι. Με τον ίδιο τρόπο, η γνωστική αγάπη του για τον Καρυωτάκη την προστάτεψε από το να γίνει κόπια του καρυωτακισμού. Σε δρόμο ανηφορικό από το 1973, το έργο του καταστάλαξε σε λόγο μειλίχιο. Αναζήτησε παραμυθία στη μοναδική θεότητα που δεν έπαψε να θαυματουργεί: τη φύση, «το πρώτο του καταφύγιο». Κρατήθηκε από το «ληθοκτόνο άρωμα της μουσμουλιάς» και την «πανσέληνη γάζα της θάλασσας». Με στωικό σύμμαχο τη διπλή γνώση: «Σε μια κλωστή φεγγάρι κρέμεται το θαύμα». Αλλά και: «Λίγη σαγήνη από την ομορφιά που καταρρέει / επιμένει ακόμη να». Φαινομενικά ημιτελής ο δεύτερος στίχος, είναι ο θεμέλιος λίθος μιας Φυσικής, όχι μιας Μεταφυσικής.

Στη συλλογή Με το φως ο Λιοντάκης ανατρέχει στον Ησαΐα (όπως παλιότερα ο Σεφέρης), δείχνοντας να υιοθετεί το συμπέρασμά του «Πάσα σαρξ χόρτος». Η υιοθεσία όμως μαστορεύει τη νοηματική ανατροπή. Στον Ησαΐα, το πόρισμα είναι καταθλιπτικό: «Πάσα σαρξ χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος εξέπεσεν». Για τους πιστούς της θρησκείας, μόνο «το ρήμα του Θεού μένει εις τον αιώνα». Για τους πιστούς του ανθρώπου όμως το ξεραμένο χορτάρι δεν είναι το τέλος, αλλά η προϋπόθεση για να λειτουργήσει η αναγεννητική μηχανή της μνήμης και να ξαναφτιάξει περιβόλια. Γι’ αυτό και ο Λιοντάκης κλείνει ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του με το βιβλικό χωρίο –αλλά παραμυθητικά ανανοηματοδοτημένο:

Σε βλέπω πάλι βιαστική

πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις

ευχές να δώσεις στα βοτάνια

τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς

θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις

τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό

στα περιστέρια να αλλάξεις το νερό

το δυόσμο να κορφολογήσεις.

Σε βλέπω πάλι βιαστική

να προλάβεις πριν βγει ο ήλιος

να μου φτιάξεις τσάι με κανέλα.

Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας.

Πάσα σαρξ χόρτος.

Για να παραμείνουμε στο καταφύγιο της φύσης, με οδηγό το ποίημα «Απακανθιζόμενος», ο ποιητής είναι ένας μονίμως απακανθιζόμενος. Μόνο που τ’ αγκάθια της μνήμης του δεν τα πετάει. Αυτά είναι το μολύβι του.

ART - ΝΕΑ
Πέθανε ο ποιητής Τζον Άσμπερι
Ο Τζον Άσμπερι, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της λεγόμενης «Σχολής της Νέας Υόρκης» πέθανε σε ηλικία 90 ετών. Ο Άσμπερι, που είχε βραβευτεί με κάθε σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο, αλλά και ένα Pulitzer...
Πέθανε ο ποιητής Τζον Άσμπερι
ART - ΝΕΑ
Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Ντέρεκ Ουόλκοτ
Ο ποιητής και δραματουργός από τη Καραϊβική Ντέρεκ Ουόλκοτ, που βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών. Γεννημένος στη Σάντα Λουτσία, έχει χαρακτηριστεί ο «Ουόλτ Ουίτμαν...
Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Ντέρεκ Ουόλκοτ
ART - ΝΕΑ
Τοκάρτσουκ και Χάντκε οι δύο νέοι νομπελίστες Λογοτεχνίας
Σε δύο πολύ σημαντικούς συγγραφείς την Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ και τον Αυστριακό Πέτερ Χάντκε απονέμονται τα Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018 και το 2019 από την Σουηδική Ακαδημία.
Τοκάρτσουκ και Χάντκε οι δύο νέοι νομπελίστες Λογοτεχνίας
ART - ΝΕΑ
Με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη
Τον νομπελίστα ποιητή και πολύπλευρο στοχαστή πάνω σε μείζονα θέματα του ελληνικού πολιτισμού, Γιώργο Σεφέρη (1900-1971), τιμά το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Νεάπολης Λασιθίου με τη διοργάνωση έκθεσης...
Με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη
ART - ΝΕΑ
«Ηταν εθνικός θησαυρός»
O πνευματικός και πολιτικός κόσμος -κυρίως στις ΗΠΑ- αποχαιρετά με συγκινητικές αναρτήσεις στα social media και με άρθρα στον Τύπο τη μεγάλη συγγραφέα, βραβευμένη με Νόμπελ και Πούλιτζερ, τη δυνατή φωνή των...
«Ηταν εθνικός θησαυρός»
ART - ΝΕΑ
«Πεθαίνουμε... αλλά γεννάμε λέξεις»
Σε ηλικία 88 ετών έφυγε από τη ζωή η κορυφαία συγγραφέας, η πρώτη Αφροαμερικανή που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας, μια δυνατή φωνή ενάντια στον ρατσισμό και τη λογοκρισία.
«Πεθαίνουμε... αλλά γεννάμε λέξεις»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας