Είναι μερικές φορές που καθώς κινείσαι μέσα στην πόλη το βλέμμα σου πέφτει πάνω σε κάτι μικρά παλιά σπιτάκια, που στέκουν μοναχικά δίπλα στις ψηλές πολυκατοικίες. Μοιάζουν τόσο παράταιρα και ξένα έτσι που βρίσκονται χτισμένα στον στενό αδόμητο χώρο τον οποίο άφησαν οι πλάγιες τυφλές μεσοτοιχίες, που σε ξαφνιάζουν˙ σαν να ’ρχονται από μιαν άλλη πολύ μακρινή εποχή.
Και είναι τούτα τα μικρά σπίτια η αιτία που υπάρχουν αυτά τα κενά στον αστικό ιστό, οι παύσεις στα συνεχόμενα μέτωπα των δρόμων αφήνοντας ακόμη τη ματιά σου ελεύθερη να δει πέρα μακριά, στο βάθος της πόλης, την κορυφογραμμή των βουνών που περικλείνουν το λεκανοπέδιο και κάπου αλλού απρόσμενα τον βράχο της Ακρόπολης ή τον Λυκαβηττό.
Μονώροφα, το πολύ δυο-τρία δωμάτια όλα κι όλα, στριμώχνονται ανάμεσα στις ψηλές λευκές μεσοτοιχίες, οι οποίες θαρρείς πως τα συμπιέζουν ολοένα και περισσότερο, σε τέτοιο βαθμό που σε λίγο θα εξαφανιστούν και θα πάψουν να υπάρχουν.
Η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι να σκεφτείς: Πώς βρέθηκαν εκεί, δίπλα στους πελώριους γείτονές τους; Τι ζητάνε τούτες οι μικροσκοπικές κατοικίες ανάμεσα σ’ αυτές τις ασφυκτικές αστικές ρωγμές; Η αλήθεια βέβαια είναι ότι υπήρχαν εκεί πολύ πιο πριν, χρόνια πριν από τη μεγάλη ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, όταν περιτριγυρίζονταν κι από άλλα μικρά σπιτάκια στις παλιές αθηναϊκές γειτονιές. Οταν η εικόνα της Αθήνας δεν θύμιζε σε τίποτε τη σημερινή πυκνοδομημένη και παχύσαρκη μεγαλούπολη.
Μικρά τα οικόπεδα τότε, μικρές και κατακερματισμένες οι ιδιοκτησίες, μικρά και τα λαϊκά σπίτια πάνω στους χωματόδρομους. Σκονισμένα από τόσο πολύ χώμα, έτσι που «οι τοίχοι τους έσταζαν ώχρα» όπως έγραφε εκείνο τον καιρό ο Χένρι Μίλερ.
Χτισμένα τα περισσότερα γύρω από μια αυλή που αποτελούσε τον κεντρικό πυρήνα τους, την καρδιά τους, τον σημαντικό υπαίθριο χώρο ζωής της οικογένειας. Κι ένας τοίχος προς τον δρόμο να εμποδίζει τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών να βλέπουν στο εσωτερικό τους. Λευκά ασπρισμένα τα περισσότερα και πού και πού ένα τολμηρό χρώμα να τα κάνει να ξεχωρίζουν αντιστικτικά, σαν έντονες πινελιές, στον γκριζόλευκο καμβά της σύγχρονης πόλης.
Τα συναντάς και αυθόρμητα σου ’ρχεται να σηκωθείς στις μύτες των παπουτσιών σου, να κρυφοκοιτάξεις πάνω από τη μεταλλική αυλόπορτα, να δεις τι κρύβεται από πίσω. Και πολλές φορές ανακαλύπτεις έναν ολόκληρο θαυμαστό μικρόκοσμο που σε ξαφνιάζει ευχάριστα με την ομορφιά και την κλίμακά του
. Ενα μικρό στεγάδι που σε περνάει φυσιολογικά από το έξω στο μέσα, μια ασβεστωμένη πέτρινη σκάλα που σε ανεβάζει γρήγορα στο δώμα ή μια γέρικη μουριά που με την πλούσια σκιά του φυλλώματός της δροσίζει τις καλοστρωμένες πλάκες της αυλής. Ανακαλύπτεις αυτή τη ζωογόνο σχέση χτισμένου και άχτιστου, την ανεκτίμητη ώσμωση εσωτερικού και εξωτερικού με τη σοφή διαμεσολάβηση του ημιυπαίθριου μεταβατικού χώρου.
Είχαν κάτι αυτά τα σπίτια που το χάσαμε στη σύγχρονη αρχιτεκτονική μας. Μια απλότητα και ελευθερία στη συγκρότηση της συνθετικής δομής τους, που πήγαζε πάντοτε από την εξυπηρέτηση μιας ουσιαστικής ανάγκης, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό το μέτρο ενός βίου διαφορετικού. Πιο δύσκολου, πιο μετρημένου, πιο λιτού. Δίχως φυσικά τις ανέσεις που έχουμε συνηθίσει στις μέρες μας, αλλά που εμπεριείχε τις απλές και σημαντικές παραμέτρους οι οποίες διαμόρφωναν ανέκαθεν τη σωστή αρχιτεκτονική και σήμερα μοιάζει να τις έχουμε λησμονήσει για τα καλά.
Το παλιό λαϊκό νεοκλασικό με κεραμίδια και ακροκέραμα στη στέγη, το μεσοπολεμικό με την πλάκα να εξέχει λίγο από τον τοίχο και τη στρογγυλή κολόνα στη γωνία ή εκείνο της δεκαετίας του ’60 με τα πρωτοεμφανιζόμενα αλουμινένια κουφώματα, όλα ακολουθούσαν αυστηρά έναν τύπο.
Ο τρόπος ζωής, ίδιος πάνω-κάτω σ’ αυτές τις εποχές, με το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο μόνο να διαφέρει, εκφράζοντας πιστά την οικοδομική τέχνη των μαστόρων που τα έχτισαν στο παρελθόν. Το σώμα ίδιο, άλλαζε μόνο το ρούχο. Γιατί να αλλάξεις την κάτοψη, αφού εξυπηρετούσε σωστά τον τρόπο ζωής; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρχιτεκτονική αλλάζει πραγματικά -στον πυρήνα της και όχι στις εξωτερικές εκφάνσεις της- μόνο όταν αλλάζει ουσιαστικά και το περιεχόμενό της. Δηλαδή, η ζωή μας.
Τα μικρά διάσπαρτα σπίτια που ακόμη συναντάμε στις απόμερες γειτονιές της Αθήνας, απομεινάρια ενός παρελθόντος για πάντα χαμένου, στέκουν αφύσικα χαμηλά κάτω από τους αιωρούμενους εξώστες και τα κλιμακωτά, σαν τεράστια σκαλοπάτια, ρετιρέ. Οι πανύψηλες πολυκατοικίες τούς κρύβουν τον ουρανό και το φως, σκιάζοντάς τα τις περισσότερες ώρες της μέρας. Οι κρυμμένες αυλές χάσανε για πάντα την ιδιωτικότητά τους, αφού πλέον κανείς τις κοιτάζει ανεμπόδιστα, «αφ’ υψηλού» από τα γύρω μπαλκόνια. Κι αυτά στέκουν εκεί χαμηλά, κολλημένα σαν στρείδια πάνω στη βάση των λευκών σοβατισμένων πολυκατοικιών, μέχρι να φτάσει κάποτε η ώρα που θα δώσουν τη θέση τους σε κάποια σύγχρονη οικοδομή.
Μέχρι τότε θα μένουν εκεί, να σε ξαφνιάζουν με την παρουσία τους και να σε κάνουν άθελά σου να στοχάζεσαι πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια κι αλλάζουν έτσι δραματικά οι γειτονιές των παιδικών μας αναμνήσεων. Πως γερνάμε κι εμείς όπως γερνάνε τα κτίρια γύρω μας. Και πως πάντοτε θα συνεχίζεται αυτός ο αέναος κύκλος της ζωής. Το νέο να παίρνει τη θέση του παλιού. Κι ας μένουμε εμείς οι αρχιτέκτονες να αναρωτιόμαστε για το αμείλικτο διαχρονικό ερώτημα: Εύκολα γκρεμίζουμε το παλιό, τι χτίζουμε όμως στη θέση του;
*Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
