ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» τον ψιλοειρωνεύονται («οι θεατές θέλουν να βγάλουν νόημα από τις εικόνες του, αλλά μάλλον δεν πρόκειται»), του παίρνουν, λοιπόν, συνέντευξη ζητώντας του εξηγήσεις, άλλωστε οι Αμερικανοί δεν πολυξέρουν τη δουλειά του. Η ευρωπαϊκή, πάλι, «Μοντ» εκστασιάζεται με τη νέα του παράσταση, τη χαρακτηρίζει «συναρπαστική», μια «μπουνιά στο στομάχι, στην κοιλιά, στο κεφάλι» και θεωρεί ότι προσκαλώντας τον στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μάρκους Χιντερχάουζερ «πήρε όλα τα ρίσκα και κέρδισε χωρίς αμφιβολία το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».

Δύο διαφορετικοί κόσμοι συζητούν για τον Ρομέο Καστελούτσι, τον κορυφαίο Ιταλό εικονοκλάστη σκηνοθέτη, που ανέβασε στο περίφημο μουσικό φεστιβάλ της Αυστρίας ένα από τα πιο ωραία, αλλά και δύσκολα έργα του λυρικού ρεπερτορίου, τη «Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους (μέχρι 30 Αυγούστου). Σ’ αυτό που και οι δύο μεγάλες εφημερίδες συμφωνούν είναι στην πρωταγωνίστρια, τη Λιθουανή σοπράνο Ασμίκ Γκριγκοριάν, που είναι «αποκάλυψη», όπως γράφουν, ή όπως λέει ο σκηνοθέτης στη συνέντευξή του στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», «δεν είναι τραγουδίστρια, είναι η Σαλώμη, η καλύτερη για τον ρόλο, η ιδανική, η ενσάρκωσή της, γίνεται το ίδιο το πρόσωπο, σχεδόν όπως διδάσκει η σχολή του Στανισλάβσκι».

Αυτό που ξενίζει την αμερικανική εφημερίδα είναι ότι λείπουν μερικές κλασικές σκηνές της όπερας, που οι θεατές περιμένουν. Στη θέση τους ο Καστελούτσι τοποθετεί «μια ροή από αινίγματα». Κατ’ αρχήν η Σαλώμη δεν χορεύει. Δεν υπάρχει ο χορός των εφτά πέπλων, που κανείς σκηνοθέτης, από τον Πίτερ Χολ μέχρι τον Ιβο βαν Χόβε, δεν διανοήθηκε να καταργήσει. Στην περίφημη σκηνή όλο το καστ εγκαταλείπει τη σκηνή και η Σαλώμη μένει μόνη της, καταλαμβάνει τον θρόνο του Ηρώδη, έναν μπρούντζινο κύβο με χαραγμένη τη λατινική λέξη «saxa» (πέτρες), και κουλουριάζεται στη στάση του εμβρύου μέχρι που κατεβαίνει από ψηλά μια ογκώδης πέτρα και την καταπίνει.

«Φαντάστηκα ότι ο χορός της Σαλώμης είναι εσωτερικός, ενδόμυχος», εξηγεί ο Ρομέο Καστελούτσι. «Είναι ένας χορός που εκτελείται στο εσωτερικό του σώματός της. Ενας χορός που την απολιθώνει, τη μετατρέπει σε σεξουαλικό αντικείμενο. Αλλά την ίδια στιγμή που προσφέρει τον εαυτό της, υπάρχει μια αμφιθυμία: “Αρνούμαι να δώσω το κορμί μου”, σκέφτεται. Και μετατρέπεται σε πέτρα». Και παραδέχεται ο σκηνοθέτης ότι «θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα στον θεατή». Γιατί «αυτό το είδος του προβλήματος είναι δώρο».

Η άλλη εξτρίμ εικόνα της παράστασης αφορά τον τελευταίο μονόλογο της Σαλώμης. Ο σκηνοθέτης βάζει την Ασμίκ Γκριγκοριάν να στέκεται σε μια λίμνη από γάλα. Μαζί της είναι ακόμα το κεφάλι ενός αλόγου, που λίγο πριν είχε χρησιμοποιηθεί σαν προσωποποίηση του Ιωάννη, και το ακέφαλο κορμί του καθισμένο στητό σε μια καρέκλα. Ο Καστελούτσι εξηγεί και πάλι στους «Νιου Γιορκ Τάιμς» τους συμβολισμούς του.

«Η Σαλώμη ξεκινά με την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Το γάλα αυτό αναπαριστά την αγνότητα και την απουσία αίματος. Είναι ένα μικρό κορίτσι, που καταλήγει γυναίκα. Προσπάθησε να δραπετεύσει από αυτόν τον κόσμο και ανακάλυψε ότι υπάρχει κι άλλος ένας φυλακισμένος, ο Ιωάννης, που την πιάνει στα δίχτυα του με τα παράξενα λόγια του. Τον ερωτεύεται ακριβώς γι’ αυτή τη γλώσσα, που της παρουσιάζει έναν νέο κόσμο και τη δυνατότητα της διαφυγής. Πρώτα ερωτεύεται τη φωνή του, μετά ολόκληρο το κορμί του. Νομίζω ότι η Σαλώμη περιμένει κάποιον να την ελευθερώσει. Και αυτή η ελευθερία έχει μια παράδοξη και τραγική διάσταση. Και οι δύο ήρωες μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο».

Κι όταν τον ρωτάνε πώς καταλήγει στην ανάλυσή του, πού βασίζεται κυρίως, στη μουσική ή στο κείμενο, ο αιρετικός Ιταλός απαντά: «Η μουσική είναι συγκίνηση, το κείμενο είναι πληροφορία. Αλλά μέσω του κειμένου μπορείς να επανεφεύρεις την όπερα με μια διαφορετική άποψη πάνω στο ίδιο αντικείμενο. Αυτός είναι ο σκοπός μου: να επανεφεύρω το έργο, και το κάνω μέσα από τη δραματουργία».

Να θυμηθούμε ότι ο Ρομέο Καστελούτσι τα τελευταία χρόνια έχει έρθει στην Αθήνα με πέντε παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών και στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση («Θεία Κωμωδία», «Go down Moses», «Ιούλιος Καίσαρας», «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού» και «Δημοκρατία στην Αμερική»).