Οι εντολές από τους φύλακες ήταν σαφείς: Μπορείτε να φωτογραφίσετε μόνο την αρχή και το φινάλε της έκθεσης. Η περιήγηση μέσα σε αυτήν απαγορευόταν να αποτυπωθεί σε οποιαδήποτε κάμερα.
Στα αυτιά τα ακουστικά έπαιζαν το «Space Oddity», τα πρώτα βήματα σε οδηγούσαν στο σκοτάδι, ενώ απέναντί μας ξεκινούσαν οι φωτογραφίες ενός μωρού 10 μηνών που κάποια στιγμή θα γινόταν ο τύπος που θα φορούσε τη βινίλ ολόσωμη φόρμα του Γιαμαμότο («Tokyo Pop»), θα διάβαζε μανιωδώς Μισίμα («Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα» δεν έλειπε ποτέ από το κομοδίνο του), θα είχε μια άσβεστη δίψα για τον βουδισμό και τις σεξουαλικές αναζητήσεις και θα αναρωτιόταν στα αυτιά μας: «Δεν ξέρω τελικά αν θέλω να είμαι τραγουδιστής ή να επιστρέψω στη ζωγραφική».
Ακούγοντας συνέχεια μουσικές, σπάνια ντοκουμέντα, η έκθεση «David Bowie Is» στο Brooklyn Museum έμοιαζε με βουτιά σε ένα συναρπαστικό σύμπαν όπου δίπλα σου περνούσαν περισσότερα από 400 αντικείμενά του: τα πολύχρωμα κοστούμια με τις υπογραφές των Β. Γουέστγουντ, Τ. Μιγκλέρ, Κ. Χάμνετ, τα χειρόγραφα με τους στίχους των μεγαλύτερων επιτυχιών του, πρωτότυπα άλμπουμ, φωτογραφίες, βίντεο, χαρτομάντιλα με κραγιόν του, οδηγίες για το μακιγιάζ του, ένα έξοχο βιβλίο όπου ο ράφτης του σημείωνε τις διαστάσεις των σακακιών του, στιγμές από μια δημιουργική διαδικασία που ξεκίνησε από τα άγουρα εφηβικά του χρόνια στην Αγγλία μέχρι τα τελευταία είκοσι της ζωής του που υπέκυψε στη μαγεία της Νέας Υόρκης.
Οι επιμελητές της έκθεσης (το λονδρέζικο μουσείο Victoria and Albert έχει την ευθύνη) έκαναν μια αδιανόητη έρευνα, εξασφάλισαν μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στο προσωπικό αρχείο του Μπάουι κι έτσι κατάφεραν να στήσουν μια έκθεση που ξεδιπλώνει όλη τη δημιουργική ιδιοφυΐα του, το ταλέντο του να παραδίνεται σε καινοτόμες συνεργασίες, την εμμονή να επινοεί νέες τολμηρές περσόνες, να επανεφευρίσκει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη μουσική, να εμπνέει με το άγγιγμά του ανθρώπους.
Συγκινούν η ενότητα που αφορά την παραμονή του στο Βερολίνο (μέχρι και τα κλειδιά του σπιτιού υπάρχουν στον τοίχο), οι σπάνιες εικόνες από τη θρυλική περιοδεία του «Diamond Dogs», η σπάνια φιλία του με τον Ιγκι Ποπ και η πολύτιμη παρηγοριά που έβρισκε στη ζωγραφική, καθώς αυτός ήταν ο τρόπος του να ξεπερνά προβλήματα εξαρτήσεων και να ανακτά τη χαμένη του δημιουργικότητα.
Τελικά δεν χρειάζονταν οι φωτογραφίες. Αυτή η έκθεση που μοιάζει με εμπειρία ζωής έχει καταγραφεί σε σημαντικότερες μνήμες εκείνων που την είδαν.
Kι ήταν κι αυτός ο κεραυνός από νέον, ψηλά πάνω από τα κεφάλια, να μας θυμίζει ότι ο τύπος αυτός που πέθανε τον Ιανουάριο του 2016 στην πόλη όπου περπατούσαμε θα είναι πάντα μια παρηγοριά που θα μας ψιθυρίζει:
«Far above the world/ Planet Earth is blue/ And there’s nothing I can do/ Though I’m past one hundred thousand miles/ I’m feeling very still».
