Οι συνεργάτες του τον θυμούνται να «ξεκλειδώνει» το Μουσείο Μπενάκη από τα χαράματα στις 5 π.μ., να χάνεται μέσα στις στοίβες χαρτιών στο κομψό ξύλινο γραφείο του αλλά και να κυκλοφορεί στους διαδρόμους επιβλέποντας τα πάντα με λιτό λόγο, πληθωρικές κινήσεις κι ένα πλατύ χαμόγελο που συχνά έδινε τη θέση του σε μικρές «εκρήξεις» θυμού…
Τελειομανής, εξωστρεφής, πνευματώδης ο Αγγελος Δεληβορριάς δεν έλειπε από τις συνεντεύξεις Τύπου, ερχόταν στα «πηγαδάκια» των δημοσιογράφων για να μάθει τα νέα μας, ενώ πάντα είχε κάποιο εύστοχο σχόλιο, κάτι προσωπικό και ειλικρινές να πει για τους καλλιτέχνες που «φιλοξενούσε» στο μουσείο.
Η ψυχή του Μουσείου Μπενάκη επί 45 χρόνια, ένας ευπατρίδης, οραματιστής, σπουδαίος κλασικός αρχαιολόγος, ακαδημαϊκός αλλά και επιδέξιος μάνατζερ, ο χαρισματικός Αγγελος Δεληβορριάς έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών.
Από τη Μεγάλη Πέμπτη είχε εισαχθεί εκτάκτως σε ιδιωτικό νοσοκομείο με πνευμονολογικά προβλήματα, ενώ υποβλήθηκε σε επέμβαση στην καρδιά και παρέμεινε μέχρι το τέλος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
«Είμαι ελληνομανής» δήλωνε ο άνθρωπος που με γνώση, μέθοδο και φαντασία όχι μόνο ολοκλήρωσε, αλλά απογείωσε το όραμα του Αντώνη Μπενάκη και του δασκάλου του, Μαρίνου Καλλιγά.
Από το 1973 έως το 2014 στο τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη -σίγουρα ο μακροβιότερος διευθυντής τέτοιου ιδρύματος στην Ελλάδα, αν όχι στην Ευρώπη- και στη συνέχεια ως μέλος της διοικητικής επιτροπής, με έμπνευση και ενθουσιασμό μεταδοτικό κατάφερε να δημιουργήσει έναν πρωτοποριακό φορέα πολιτιστικής δράσης με πολλά παραρτήματα, φιλικά στο κοινό, με εκθέσεις αιχμής, με παρουσία στο εξωτερικό, προβάλλοντας την ελληνικό πολιτισμό από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας,
Η ανάπλαση του κεντρικού κτιρίου στην οδό Κουμπάρη, που ολοκληρώθηκε το 2000, έφερε τον εκσυγχρονισμό και ενίσχυσε την ελληνοκεντρική ταυτότητά του με μια διαχρονική, αφηγηματική έκθεση.
Η Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα αγκάλιασε τη γενιά του ’30, το κτίριο στην οδό Πειραιώς φιλοξενεί τη σύγχρονη ελληνική και διεθνή τέχνη και αρχιτεκτονική, το σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά στεγάζει τα ιστορικά αρχεία.
Το καμάρι του Αγγ. Δεληβορριά ήταν το κτίριο του Κεραμεικού, όπου ο ίδιος σχεδίασε την παρουσίαση των μοναδικών ισλαμικών συλλογών.
Τα τελευταία χρόνια στον μακρύ κατάλογο του Μπενάκη προστέθηκε η κλωστοϋφαντουργία Μέντη και το Μουσείο Παιχνιδιών στο Π. Φάληρο.
«Είμαι γεμάτος εθνική υπερηφάνεια για τη χώρα μου και το εννοώ!», έλεγε ο Αγγ. Δεληβορριάς στην «Εφ.Συν.» (Νόρα Ράλλη, 4/11/2014), όταν πήρε την απόφαση να αφήσει τη θέση του διευθυντή.
«Παρότι στο Πανεπιστήμιο σπούδασα και δίδαξα τον αρχαίο μας πολιτισμό, αυτό που ήθελα ήταν να δημιουργήσουμε μέσω του Μουσείου μία ενότητα. Να αναγνωριστεί το Μπενάκη για τον εθνικό του ρόλο, να ανοίξει τις πόρτες του σε όλους ανεξαιρέτως, να διευκολύνει τη μετάδοση των πανανθρώπινων ιδεών της ελληνοσύνης. Δεν είμαστε μόνο ο Περικλής ή μόνο ο Ιουστινιανός. Είμαστε και η σύγχρονη Ελλάδα και όλα αυτά μαζί!».
Από την άλλη, η οικονομική κρίση που αναπόφευκτα έπληξε και το δραστήριο μουσείο συσσώρευσε ευθύνες και άγχος στον Δεληβορριά. «Πόσο ακόμα ν’ άντεχα αυτή τη κατάσταση; Να εκτελώ χρέη διευθυντή και παράλληλα να συγκεντρώνω χορηγίες, κυρίως από το εξωτερικό, να ασχολούμαι με το επιστημονικό κομμάτι και να κρατώ και πολιτικές ισορροπίες. Αλλά αυτά ήταν το λιγότερο… Με σχεδόν ανύπαρκτη κρατική χρηματοδότηση, ξέρεις τι είναι να πρέπει προσωπικά εσύ ο ίδιος να απολύεις υπαλλήλους, με τους οποίους ήσουν δίπλα 20 χρόνια και να διαδηλώνεις για να αυξηθεί ο μισθός τους;».
Γεννήθηκε το 1937 και μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία ο Αγγ. Δεληβορριάς.
Σπούδασε αρχαιολογία-ιστορία στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ στη Γερμανία. Το 1965 διορίστηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ το 1973 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο της Σορβόνης.
Το 1992 αναγορεύτηκε καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 2016 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Εγραψε σημαντικές μελέτες όπως «Σκοπαδικά ΙΙ. Το άγαλμα της Υγείας στον ναό της Αλέας στην Τεγέα».
Ο ίδιος υποστήριζε ότι κάθε μουσειακός οργανισμός πρέπει να εκφράζει την ιδιοτυπία μιας ξεχωριστής ταυτότητας για να μην είναι βαρετός και ανούσιος και επαναλάμβανε αυτό που είχε πει ο Ιωάννης Καποδίστριας: «Οταν ένας οργανισμός δεν αναπτύσσεται είναι καταδικασμένος να πεθάνει».

Στη συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» (Βασιλική Τζεβελέκου, 31/5/2015) υπογράμμιζε τον ρόλο του Μουσείου Μπενάκη: «Αν επρόκειτο να ξαναρχίσω θα έκανα ακριβώς το ίδιο. Γιατί θεωρώ ότι πρέπει να τιμηθεί η αρχαιότητα, η βυζαντινή περίοδος, η συνεχής αντοχή του Ελληνισμού, η περίοδος της ξενοκρατίας, το ’40, γιατί αυτό είναι η Ελλάδα. Ο κόσμος αναγνωρίζει το έργο μας και η στήριξή του είναι αυτή που μας κρατάει όρθιους».
Το Μουσείο Μπενάκη ανακοίνωσε πως ματαιώνονται οι σημερινές προγραμματισμένες εκδηλώσεις του, ενώ σε ανακοίνωσή τους για την απώλεια του Αγγ. Δεληβορριά η Διοικητική Επιτροπή και το προσωπικό του ιδρύματος αναφέρουν: «Η ευρύτητα του πνεύματος, η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, η ακατάπαυστη εργατικότητα και η αστείρευτη δημιουργικότητα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, είτε προσωπικά είτε μέσα από το τόσο σημαντικό έργο του».
Η κηδεία του θα γίνει δημοσία δαπάνη, την Παρασκευή στις 2 μ.μ. από το Α’ Νεκροταφείο.
