Στο πλευρό της πρώην προέδρου του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, Ασπασίας Λούβη, «στην άδικη επίθεση που υφίσταται», είναι τα τέως μέλη (ώς τον Αύγουστο του 2017) του Δ.Σ. του ΤΑΠ, Αγγελική Ευφροσύνη Δημάκου-Κιάου, Αγγελική Σκανδαλιάρη, Γιάννης Καρλόπουλος, Γιώργος Κεχαΐδης, Κώστας Στρατής. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στη μήνυση κατά της Ασπ. Λούβη που κατέθεσε η Πανελλήνια Ενωση Υπαλλήλων Φυλάξεως Αρχαιοτήτων, «για τις τάχα συκοφαντικές δηλώσεις της σχετικά με το ύψος των αμοιβών που καταβάλλει το ΤΑΠ στους αρχαιοφύλακες για υπερωριακή εργασία τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες».
Σύμφωνα με την ανακοίνωσή τους: «Η ΠΕΥΦΑ καλεί την κ. Λούβη να αποδείξει την ορθότητα δήλωσής της ότι το ετήσιο ύψος των αμοιβών αυτών είναι 17 εκατ., αμφισβητώντας το ποσό, τη στιγμή που ο ίδιος ο πρόεδρος της ΠΕΥΦΑ δήλωσε πρόσφατα στον Τύπο ότι “οι υπερωριακές και εξαιρέσιμες αμοιβές μόνιμων και έκτακτων αρχαιοφυλάκων φτάνουν τα 17 εκατ. ευρώ ετησίως. Αν το ποσό αυτό περάσει στο ΥΠ.ΠΟ., το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους πιθανότατα θα το βρει πολύ υψηλό και θα ζητήσει περικοπές”(…)».
Οπως σημειώνουν, η ουσία της αντιπαράθεσης βρίσκεται στη φράση «Αν το ποσό αυτό περάσει στο ΥΠ.ΠΟ.»:
«Με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, το ΤΑΠ υποχρεώνεται να καταβάλλει σε αρχαιοφύλακες, υπαλλήλους του υπουργείου Πολιτισμού και όχι δικούς του, αμοιβές για Σαββατοκύριακα και αργίες, χωρίς να έχει την αρμοδιότητα ελέγχου ότι η υπερεργασία αυτή είναι πραγματική. Το καθεστώς αυτό είναι αδιαφανές και ενέχει τον κίνδυνο της κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος.
Το ΤΑΠ υπό την κα Α. Λούβη πρότεινε την αλλαγή του νόμου, έτσι ώστε το σχετικό κονδύλι να αποδίδεται από το ΤΑΠ στο υπουργείο Πολιτισμού και να εγγράφεται στον προϋπολογισμό του, ώστε οι σχετικές αποζημιώσεις να καταβάλλονται από το ΥΠ.ΠΟ., που έχει την αρμοδιότητα του ελέγχου των υπαλλήλων του και των ημερών εργασίας τους».
Στη δήλωσή τους καταλήγουν: «Ως μέλη του Δ.Σ. του ΤΑΠ μέχρι τα μέσα του 2017 στηρίζουμε και τιμούμε την κ. Α. Λούβη για το έργο της, που ήδη έφερε τους πρώτους καρπούς. Για τον καθημερινό αγώνα της να αναπτύξει έναν καθηλωμένο Οργανισμό και να αυξήσει τα δημόσια έσοδα από τις δραστηριότητές του, σε εκτέλεση της σχετικής κυβερνητικής εντολής, την οποία υπηρέτησε με όλες της τις δυνάμεις».
