Από τα διάσημα ναυάγια που βρίσκονται στο έρεβος των ελληνικών θαλασσών είναι αυτό του ιστιοφόρου «Μέντωρ», που βυθίστηκε το 1802 στην περιοχή του Αβλέμονα Κυθήρων, ενώ μετέφερε τις κλεμμένες αρχαιότητες που αφαίρεσε ο Ελγιν από την Ακρόπολη. Απέπλευσε από τον Πειραιά τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς με κατεύθυνση τη Μάλτα και τελικό προορισμό την Αγγλία, όπου όμως δεν έφτασε ποτέ.
Για πέμπτη χρονιά η Εφορεία Ενάλιων Αρχαιοτήτων (ΕΕΑ) πραγματοποίησε υποβρύχια ανασκαφή (από τις 8 έως τις 27 Ιουλίου) στον τόπο του ναυαγίου και ανέσυρε νέα ευρήματα, κυρίως προσωπικά αντικείμενα των επιβατών και του πληρώματος, ενώ οι καταδυόμενοι αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν και τομή στην πλώρη του πλοίου, το σκαρί του οποίου δεν σώζεται σε καλή κατάσταση, καθώς, εκτός από τις φθορές του χρόνου και της θάλασσας, έχει υποστεί και καταστροφές από ενάλιους «κυνηγούς» αρχαιοτήτων.
Πιόνια σκακιού, νομίσματα από τα οποία ένα χρυσό (Ουτρέχτη 1756), καπνοσύριγγες, φιαλίδια, ένας οστέινος καβαλάρης διακόσμηση μουσικού οργάνου, χτένια και μία οδοντόβουρτσα, δύο μεταλλικά κουμπιά με παράσταση άγκυρας που προέρχονται από ένδυμα ναυτικού, το μπροστινό μέρος του συρταριού από κάποιο έπιπλο είναι ορισμένα από τα ευρήματα που ήρθαν στο φως, ενώ περισυνελέγη και μεγάλος αριθμός θραυσμάτων σκευών καθημερινής χρήσης.
Μετά το ναυάγιο ο Ελγιν, δυστυχώς, πλήρωσε όσο όσο τους καλύτερους Καλύμνιους σφουγγαράδες για να ανασύρει το πολύτιμο φορτίο.
Και ενώ οι φήμες για αρχαιότητες στα αμπάρια του πλοίου δεν επιβεβαιώνονται, κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να φέρει κάθε φορά στο φως μια ανασκαφή.
Πάντως και κατά τη φετινή έρευνα δεν ανελκύθηκε κάποιο εύρημα-έκπληξη.
Συμμετείχαν από την Εφορεία Ενάλιων Αρχαιοτήτων ο καταδυόμενος αρχαιολόγος δρ Δημήτρης Κουρκουμέλης ως διευθυντής (ασχολείται από το 2009 με το συγκεκριμένο ναυάγιο), ο Αρης Μιχαήλ και ο Λ. Μερσενιέ.
Η έρευνα υποστηρίχτηκε επίσης από τον Κυθηραϊκό Ερευνητικό Ομιλο, τον Δήμο Κυθήρων, την Ilios Shipping Co, τον Στάθη Τριφύλλη και τη ΜΚΟ «Αργώ».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, κατά την υποβρύχια ανασκαφή «ερευνήθηκε τομή (Τομή 1/2017) διαστάσεων περίπου 3 μ. x 2 μ. σε περιοχή προς την πλώρη του πλοίου.
Αν και στον χώρο δεν σώζεται σε καλή κατάσταση το σκαρί του πλοίου, βρέθηκε μεγάλος αριθμός ξύλων που μαρτυρούν την καταστροφή του τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης ναυαγιαιρεσίας του 1802-1804 όσο και από τις μετέπειτα ενέργειες στον χώρο, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός τροχαλιών, σχοινιών και μεταλλικών αντικειμένων, που σχετίζονται με την περιοχή, όπου υπήρχε ο ένας από τους δύο ιστούς του πλοίου».
Το ναυάγιο εντοπίστηκε από αρχαιολόγους του Ινστιτούτου Ενάλιων Αρχαιολογικών Ερευνών το 1980 σε βάθος 20 μέτρων λίγο πιο έξω από το λιμανάκι του Αβλέμονα.
Κι όταν φυσικά αναγνωρίστηκε ότι επρόκειτο για το πλοίο «Μέντωρ» που είχε ναυλώσει ο Ελγιν, οι προσδοκίες δυνάμωσαν για κάποια απομεινάρια από το πολύτιμο φορτίο που μας είχε κλέψει ο Αγγλος λόρδος.
Ως γνωστόν, στη συνέχεια ο Ελγιν πούλησε τα γλυπτά του Παρθενώνα στη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1816 αποθηκεύτηκαν στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου και το 1936 τοποθετήθηκαν στην έκθεση Duveen που δημιουργήθηκε για αυτό τον σκοπό.
Από το 1983, με πρωτοβουλία της τότε υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, η Ελλάδα διεκδικεί τα Γλυπτά του Παρθενώνα προκειμένου να διατηρηθεί η ακεραιότητα του μνημείου της παγκόσμιας κληρονομιάς.
Από τα πρώτα αντικείμενα που βρέθηκαν ήταν προσωπικά είδη –εκτός από το πλήρωμα, επέβαιναν 12 ακόμα άτομα της εμπιστοσύνης του Ελγιν, ο οποίος ήθελε το πολύτιμο φορτίο να είναι ασφαλές– όπως ένα ρολόι σταματημένο στις 2.05, πιθανή ώρα της βύθισης του πλοίου, αφού, σύμφωνα με τις πηγές, ναυάγησε τις πρώτες πρωινές ώρες.
Ακόμα, έχουν βρεθεί γυάλινα, πήλινα, πορσελάνινα σκεύη, νομίσματα της συγκεκριμένης περιόδου, πόρπες, δαχτυλίδια, μια μικρή οβίδα, όργανα ναυσιπλοΐας, τρία αρχαία νομίσματα, εννέα λίθινες άγκυρες, λείψανα ναυαγίων και πληθώρα αντικειμένων που αποτελούν σημαντικές πηγές πληροφόρησης για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα εκείνων των χρόνων.
