Αργυρώ Πατσού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 14 Μαρτίου εγκαινιάζεται, στην Γκαλερί 7, η έκθεση του φωτορεπόρτερ Αλέξανδρου Σταματίου, με τίτλο «Σύρος-Nothing». Μετά από είκοσι εφτά χρόνων καταγραφή και μελέτη της γης των Βαλκανίων, απειράριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις και πολλές παγκόσμιες αποκλειστικότητες, και ενώ η έκθεση της φωτογραφικής ομάδας PHASMA2  “Greece in Crisis” βραβεύεται ως η καλύτερη έκθεση στο ετήσιο χειμερινό φεστιβάλ του Σαράγεβο και το Al Jazeera ανακηρύσσει τη φωτογραφία του από τους πρόσφυγες της Ειδομένης ως μία από τις δεκαπέντε καλύτερες φωτογραφίες στον κόσμο για το έτος 2016, ο ίδιος προχωρά σε μια έκθεση De Profundis, μια φωτογραφική ενδοστρεφή καταγραφή, απόρροια των εσωτερικών ζυμώσεων που τελούνταν στα τριάντα χρόνια που μετρά σήμερα η επαγγελματική του πορεία.        

«Τα πάντα είναι δυικά. Τα πάντα έχουν πόλους. Καθετί έχει το δικό του ζευγάρι αντιθέτων. Το όμοιο και το ανόμοιο είναι το ίδιο. Τα αντίθετα είναι όμοια στη φύση τους, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Τα άκρα συναντώνται. Όλες οι αλήθειες είναι μισές αλήθειες. Όλα τα παράδοξα μπορούν να συμφιλιωθούν».

Κυμβάλειον (Αρχή της Πολικότητας)  

Την πρώτη φορά που βυθίστηκα στις φωτογραφίες του ήρθα αντιμέτωπη με το εξής ερώτημα: πώς μπορεί τόση φρίκη ωμή και αμεταμφίεστη, τόσο θανατικό και αίμα, να γίνονται τόση ομορφιά που να σε ζώνει από παντού και για πάντα;

Κι ύστερα πάλι… όταν ανάμεσα στις εικόνες των πολέμων, των επεισοδίων, των προσφύγων, των αστέγων, των ακροβολιστών, ανάμεσα στο πένθος, τον οδυρμό και τη λαίλαπα, ξεπρόβαιναν εικόνες μιας φαινομενικά άοπλης πραγματικότητας που, εν πλήρη απουσία επικού στοιχείου, λάμβανε λες, μέσα από την ταπεινότητά της, μια μυθική διάσταση που ανάσαινε, άχρονη και διαχρονική, έξω από το χρονοντούλαπο της ιστορίας (ένα παμπάλαιο ξυπνητήρι σε μια θολή απ’ το κρύο βιτρίνα. ένα χρυσόψαρο που, κολλημένο στα τοιχώματα της γυάλας του, γιγαντώνεται αφήνοντας ανυπόστατους σχεδόν τους θαμώνες μιας καφάνας. ένα τηλέφωνο στην ερημιά.

Ένα τσαλαπατημένο παιδικό παιχνίδι, σαν σ’ εκτελεστικό απόσπασμα, να μετρά τα εφιαλτικά δευτερόλεπτα που θα κρίνουν την έκβαση της περιπέτειάς του, το εάν ο επόμενος διαβάτης θα το διαλύσει οριστικά ή θα του παρατείνει τη ζωή μαζεύοντάς το από χάμω και ξαναφέρνοντάς το σε χρήση. κακόγουστα, πολύχρωμα νυφικά, σε σπαραξικάρδια αναμονή, να εκπορνεύονται στις φτηνιάρικες βιτρίνες στα λιθόστρωτα της Τούρσκα Τσάρσια, και ο δρόμος… πάντα ο δρόμος… βαγόνια, κάρα, άμαξες, ποδήλατα, ταξιδιώτες, οδοιπόροι… ) αναρωτιόμουν πώς γίνεται όλη αυτή η μοναχικότητα που αποπνέουν να σου γεννά μια τρυφερότητα σχεδόν αβάσταχτη, ανελέητη, πιο ικανή από τη φρίκη να σε «σκοτώσει»;

Το απέριττο κάδρο, το στερημένο από ηχηρά γεγονότα, γινόταν λες η επωδός μιας πανάρχαιας ποίησης και έλαμπε στιλπνό, ακονισμένο μαχαίρι που κατάφερνε ό,τι δεν κατάφερναν ο όλεθρος και η τραγωδία: να μπήγεται βαθιά στο κόκκαλο, να φτάνει στο μεδούλι, σκοτώνοντας τα πιο επιφανειακά στρώματα του εαυτού ώστε να φτάσει στην σπλαγχνική ουσία, στον κοινό παρονομαστή ανθρώπινου και κοσμικού δράματος, ήτοι την πάση θυσία συνέχιση της Ζωής.

Και το μαχαίρι τούτων των εικόνων… δίκοπο. λάμπει εδώ μια πραγματικότητα που χρειάζεται και δεν χρειάζεται συνάμα τις τεντωμένες ψυχοχορδές του παρατηρητή. Από τη μια, μοιάζει να κάνει έκκληση στην εσωτερική οξυδέρκεια και τη γνήσια κραδασμική υπερευαισθησία ενός παρατηρητή-μύστη που, έχοντας αφήσει πίσω του τη φασαρία των σκέψεων, της ευσυγκινησίας και των συναισθηματισμών, να μπορεί να την αφουγκραστεί και σε βαθιά, κατανυχτική σιωπή, να βάλει σε τροχιά τη διαλεκτική τους.

Από την άλλη, η ίδια αυτή πραγματικότητα, αυτόνομη και αυτοτελής, έμπλεη μέσα στο κοσμικό δρώμενο και στην απειρότητά του, υπερβαίνει τον παρατηρητή. Αντίθετα με την καταγεγραμμένη ιστορία, υπάρχει και δίχως αυτόν. Παρότι η ύπαρξη και μόνο του παρατηρητή έχει τη δύναμη να επενεργεί πάνω της μεταμορφώνοντάς την, τόσο ο παρατηρητής όσο και η ιστορία δεν είναι γι’ αυτήν παρά βεγγαλικά περάσματα, μεμονωμένα, εφήμερα γεγονότα που εξυπηρετούν απλώς τη συνέχειά της.

Γιατί αυτή η πραγματικότητα είναι ο μεγάλος νικητής και το παντοτινό ζητούμενο. είναι η ίδια η Ζωή που, μέσω του εφήμερου, συνεχίζεται αιώνια και ακατάλυτη. Γνωρίζοντάς το ενστικτωδώς, ο Αλέξανδρος Σταματίου δεν έπαψε να καταγράφει αυτή την άχρονη πραγματικότητα ενώ παράλληλα κατέγραφε τα χρονικά της ιστορίας. Δοσμένη από την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, είναι γι’ αυτόν μια διακινδυνευμένη και τελικά σωσμένη πραγματικότητα.

Ό,τι κι αν κάνεις, όσο και αν προσπαθήσεις να καταλαγιάσεις τη δύναμή της, λάμπει σ’ όλη της την ηδονική και οδυνηρή μεγαλοπρέπεια. Από όπου και αν πήγαινα, μέσα από το αίμα ή από τα πτώματα, μέσα από σκιές οδοιπόρων σ’ ατέρμονες ευθείες, από το νηφάλιο κυμάτισμα της Αχρίδας, από την εξαϋλωμένη βαρύτητα των νεκροταφείων του Σαράγεβο, από τους ατμούς των καζανιών με το άλικο άιβαρ ή την απόσταξη της ζόλτα, από το τσιγγάνικο μπρίο και τα γέλια των χαμινιών στους μαχαλάδες, από την αναίμακτα τρυπημένη με μαχαίρια σάρκα των εκστασιασμένων δερβίσηδων στους τεκέδες, μόνο ομορφιά με παραμόνευε κι εκεί κατέληγαν όλα.

Από πού πήγαζε; Από το συγκερασμό αιωνιότητας και εφημερότητας, από αλήθεια απαθανατισμένη χωρίς νοθείες και εξωραϊσμούς που στέκεται γυμνή σ’ όλο της τον ερωτισμό, ανέγνοιαστη για το αν θα γίνει γροθιά γερή στο στομάχι. από αλήθεια που μαθήτευσε στο τετ α τετ με τον θάνατο.    

Εκεί, στο τετ α τετ με τον θάνατο, δεν υπάρχει χρόνος για φιλοσοφικές θεωρήσεις, για ψυχολογικές αναλύσεις, για όλα αυτά τα επινοήματα, τα κάθε λογής δεκανίκια που δημιουργούμε όταν έχουμε την πολυτέλεια να μην είμαστε στην εγγύτητά του.

Και επειδή δεν υπάρχει χρόνος, ο ίδιος ο χρόνος καταλύεται, γίνεται άχρονος, γίνεται αιωνιότητες συμπυκνωμένες στο «τώρα». Δεν υπάρχει παρά εγρήγορση, ταχύτατα ανακλαστικά, μεταστοιχείωση του φόβου σ’ έκσταση, Ζωή σ’ όλη της την παραφορά και το γλέντι.

Στον μυχό του θανάτου λάμπει η ζωή και στον μυχό της ζωής λάμπει ο θάνατος και στον μυχό και των δύο, στον πόλεμο και στον εναγκαλισμό τους, λάμπει ο Έρωτας, ως δύναμη ανυπέρβλητη, ως Νόμος που κρατά στη θέση του τον Κόσμο.

Όσο βαθύτερα στον έναν πόλο τόσο τα όρια μεταξύ των δύο γίνονται δυσδιάκριτα, τα δύο συγχωνεύονται και τότε κάτι γελά με την ανθρώπινη εμμονή με τον διαχωρισμό και τη διαίρεση. Με μια θανάσιμη σαγήνη, η απέριττη αυτή πραγματικότητα, ερωτοτροπεί με τον δέκτη από τα βάθη της.

***

Μητέρα των θνητών αν στον κόσμο

πονούν τα βήματά μου

είναι από τα χτυπήματα φωτιάς

μιας παράλογης αυγής

(Σεζάρ Βαγιέχο, απόσπασμα από το ποίημα «Οι Πέτρες»)

Ποιος με το χέρι στην καρδιά, άνθρωπος πολιτισμένος, μπορεί ν’ αρνηθεί αυτό που δεν ντρεπόταν να ομολογήσει ο πρωτόγονος και δεν ντρέπεται ο λιγότερο πολιτισμένος, τη χαρά που ελλοχεύει στην ισοπέδωση και στην καταστροφή;

Ποιος μπορεί να πείσει το παιδί που με τη μέγιστη αφοσίωση έχτιζε επί ώρες, με τα τουβλάκια του, τις πολιτείες του, ότι η χαρά που δοκίμασε αμέσως μετά, όταν με μια καταλυτική χειρονομία, γκρέμισε ό,τι είχε χτίσει, δεν ήταν χαρά ισάξια, ίσως και μεγαλύτερη, από τη χαρά που του έδωσαν οι ώρες της υπομονής του;

Ποιος μπορεί να ανακρίνει τη φύση για τους σεισμούς, τους κατακλυσμούς ή τη λάβα των ηφαιστείων της στην αυτοκάθαρσή της;

Και ποιο παιδί της φύσης θα λογοδοτήσει για τα μάτια του που έλαμψαν παράφορα στις πυρκαγιές και στις θύελλες και όταν σείστηκε συθέμελα κάτω απ’ τα πόδια του η γη του;

Ποιος μπορεί να απογυμνώσει τη φωτιά, το αίμα ή την έκρηξη από την εικαστική τους δύναμη, να κλέψει απ’ όλα τούτα τα φαινόμενα τον γεννημένο από την ανθρώπινη ψυχή πανάρχαιο θεό ή τη θεά που παραληρεί μέσα τους, ποιος τον Σιβαϊκό χορό της καταστροφής και της αναδημιουργίας μπορεί να αναχαιτίσει;

Και ποιος αν δεν βίωσε και δεν αποδέχτηκε μια τέτοια φιέστα μέσα του μπορεί να τρέμει σύγκορμος στο θρόισμα ενός φύλλου; Ποιος μπορεί να αξιωθεί τη βαθιά γαλήνη αν δεν εννόησε βαθιά την ίδια τη νομοτέλεια του σύμπαντος;

Τι δύναται να υπάρξει δίχως αντίποδα; Μέσα στα γιορτάσια, στα από καρδιάς γλέντια και ξεφαντώματα, στα γεννητούρια, κυλά το δάκρυ της υπαρξιακής μελαγχολίας, θεριεύει στους ερειπιώνες η βλάστηση για να αντισταθμίσει την απώλεια του σφρίγους, γίνονται οι βομβαρδισμένοι τόποι οι μήτρες που κυοφορούν τα νέα τοπία και μέσα σε όλο τούτο το ντελίριο και το απόκαμα δεν διαφέρει ο κεραυνός από τις φλέβες των χεριών και τους νευρώνες των φύλλων.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι έτσι δομημένος που για να καταλάβει πρέπει να διαιρέσει. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. το θαύμα όμως ξεκινά όταν ο εγκέφαλος θα τελέσει το έργο του, η ανθρώπινη μονάδα θα αποσπαστεί για να αυτοκατανοηθεί, και ύστερα μια εκ νέου σύνθεση θα ξεκινήσει από την ψυχή και η ανθρώπινη μονάδα θα αναλυθεί ξανά, συνειδητά πια, μέσα στο Όλον από το οποίο εκπορεύτηκε. 

[slideshow] 

Είναι πολύ φυσικό μια τέτοια θητεία θανάτου να εξυφαίνει μια άλλη θεώρηση της ζωής, να βάζει άλλα όρια μεταξύ ομορφιάς και ασχήμιας, να νιώθει άβολα ή να θυμώνει στο φαίνεσθαι και ουσιαστικά να έχει λίγα έως τίποτε να πει με τους θεωρητικούς της ζωής.

Να γιατί, ως ανθρωποκεντρικός φωτογράφος, ο Αλέξανδρος Σταματίου, επιλέγει να φωτογραφίζει απτούς, πραγματικούς ανθρώπους –εργάτες, θαμώνες στις καφάνες, τσιγγάνους, παιδιά, ψαράδες, στις προσωπικές θεματικές του– γιατί είναι πιο αθώοι ακόμα και στο κακό. 

***

Ερωτευμένος με τον πόλεμο, ο Αλέξανδρος Σταματίου δεν έπαψε να είναι καταγραφέας του, ν’ απαθανατίζει πολέμους συμφερόντων με παντιέρα για τις μάζες τις θρησκείες, να καταδεικνύει μια ανθρωπότητα που δεν λέει, ή δεν μπορεί, να αλλάξει.

Δεν έπαψε να στηλιτεύει τον θρησκόληπτο, τον κυβερνητικό παράγοντα, τον μικροαστό, τον τεχνοκράτη, τον όποιο παρωπιδικό άνθρωπο, αντιτάσσοντας στα όποια στεγανά τον αιώνιο δρόμο, το αιώνιο φευγιό από τα αγκυλωμένα σχήματα και τα καλούπια.

Η ανθρωπότητα ως σύνολο δεν μπορεί να αλλάξει από τη στιγμή που υπακούει στην πολεμική νομοτέλεια του σύμπαντος – μια τέτοια συνειδητοποίηση είναι λογικό να δημιουργεί κλειστοφοβία ή αίσθηση ματαιότητας.

Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να αλλάξει, η ανθρώπινη μονάδα όμως μπορεί, και εδώ βρίσκεται η μόνη διέξοδος στο ανθρώπινο δράμα. Κάπου εδώ, η δρομομανία αφήνει χώρο στην παύση. Παύση αναγκαία για αφομοίωση και φαινομενικά μονάχα παύση αφού τελούνται μέσα της ένα σωρό εσωτερικές διεργασίες.

Με την ίδια σιγουριά που αφηνόταν στην ακροβασία, ερευνά τώρα κάθετα αυτό που έως τώρα ερευνούσε οριζόντια. Οι αχανείς εκτάσεις, οι ατελείωτες διαδρομές, ενώνονται τώρα σε μια τελεία, σ’ ένα σημείο μηδέν που γίνεται καλειδοσκοπικός μυητικός τόπος. Το ασπρόμαυρο κυριαρχεί και η εικόνα ουσιαστικά απορρέει από μέσα.

Μόνο αποκήρυξη και αποποίηση του παρελθόντος δεν σημαίνει αυτό – αντιθέτως μοιάζει να κρατά γερά την εμπειρία του από το χέρι για να βαδίσει στον επόμενο σταθμό, στη φυσιολογική συνέχεια που οδηγεί στην ατομική ολοκλήρωση μέσω της αντίθετης τώρα πορείας.

Γιατί ο θάνατος δεν είναι μόνο απτός και χειροπιαστός, είναι και συμβολικός: κάθε αλλαγή σημαίνει θάνατος, κάθε αρχή σημαίνει θάνατος μα και κάθε μέθεξη, κάθε κατάλυση των συνόρων ανάμεσα σε παρατηρητή και παρατηρούμενο σημαίνει θάνατος, και μάλιστα, σε αυτό το τελευταίο είδος θανάτου ενυπάρχει το κλειδί της ζωής. 

***

Κρατώντας πάντα το προσωπικό του στίγμα, το πολύπτυχο φωτογραφικό έργο του πότε γίνεται σκληρό, πότε τρυφερό, πότε χιουμοριστικό, σαρκαστικό και κυνικό, πότε κραυγή απόγνωσης και πότε λύτρωσης– ένα ολόγραμμα, ένα ολοκληρωμένο ανθρώπινο ψυχογράφημα.

Για πολλά χρόνια το εσωτερικό τοπίο εντόπιζε το εξωτερικό του ανάλογο στα Βαλκανικά τοπία –στις συνεχόμενες εναλλαγές, στην ανάγλυφα δοσμένη συνύπαρξη της ζωής και θανάτου που διέπει μια πολύπαθη γη που δεν αποποιήθηκε τον πρωτογονισμό της– στο αίμα και στο μέλι τους.

Την κομβική τούτη στιγμή, το πηδάλιο παίρνει εκείνη η πραγματικότητα που έως τώρα συνοδοιπορούσε, φέρνοντας τη μετατόπιση στον μη τόπο και τη βαθιά συνειδητοποίηση ότι, από ένα σημείο και μετά, δεν είναι ανάγκη να πάει κανείς μακριά προκειμένου να αυτοεντοπιστεί.

Ο μη τόπος είναι όλοι οι τόποι. Το μη θέμα είναι όλα τα θέματα και μια εικόνα η σύνθεση όλων των εικόνων.  

Πολλά τα πονήματα που δίνονται στην ανθρωπότητα για να την εκπολιτίσουν. Πολλά βιβλία, πολλές φιλοσοφίες, πολλά έργα τέχνης και πολλά σαβουάρ-βιβρ. Κάποια καταφέρνουν να ξεγελάνε, ωστόσο για λίγο.

Αυτά που καταφέρνουν να μένουν είναι εκείνα τα λίγα που γεννήθηκαν από την έως τέλους βιωμένη αλήθεια του δημιουργού τους.

Τέτοια, ανόθευτης ειλικρίνειας, δημιουργήματα, δοσμένα όντως μέσα από τη φωτιά και από το μέτωπο, έχουν τη δύναμη να καταφέρνουν ό,τι ποτέ δεν θα καταφέρει εκείνο που εικάζει και φαντάζεται τι είναι η φωτιά και τι το μέτωπο, τι είναι το γνήσιο πάθος.  

Τόσο αγνός και πρόστυχος

τόσο ιερός και βέβηλος

ο έρωτας που φυλάγεται

σ’ ούρλιασμα ξέφρενης κατάνυξης

που ελλοχεύει μέσα της

αίμα και φως αμείλικτου πολέμου

Απόψε όχι!

Γλυκά, μαλακά μην το στάξεις

το σάνδανο των δαιμόνων

μην και τρομάξουν οι αδύναμοι

Ανήλεα απόψε, απροκάλυπτα

στα διψασμένα χύσε το λιθόστρωτα

και γέλασε στ’ αλύχτισμα των σκύλων

(Αργυρώ Πατσού, άτιτλο, Θήλεος Λόγος)