Τα έργα του βρίσκονται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου. Από την Tate Modern, που του έχει αφιερώσει μια μικρή πτέρυγα, και το Reina Sofia της Μαδρίτης μέχρι το Σικάγο.
Ο Ελληνας πατριάρχης ενός ιταλικού κινήματος τέχνης της δεκαετίας του ’60, της arte povera, που ο ίδιος το ξεπέρασε σε διάρκεια, κύρος και εύρος, ο Γιάννης Κουνέλλης, από τους λίγους πραγματικά μεγάλους και παγκόσμιους της τέχνης που γέννησε η Ελλάδα, ζωγράφος και γλύπτης, δεν υπάρχει πια. Πέθανε χθες το βράδυ σε ηλικία 81 χρόνων στη Ρώμη, όπου ζούσε.

Εκεί διαμορφώθηκε και καθιερώθηκε, για να δουλέψει στη συνέχεια και να εκθέσει στα μεγαλύτερα κέντρα του κόσμου. Εμεινε μακριά από την Ελλάδα είκοσι ολόκληρα χρόνια και άρχισε να την ξαναεπισκέπτεται, αλλά και να εκθέτει και να δουλεύει εδώ μόνο από τη δεκαετία του ’80 και μετά.
Με τον Θόδωρο Τερζόπουλο, στενό του φίλο, συνομιλητή στην τέχνη και συνεργάτη, ετοίμαζαν για το καλοκαίρι του 2017 στην Πάφο της Κύπρου φιλόδοξη παραγωγή των «Τρωάδων» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Ωδείο Κάτω Πάφου.
Ο Γιάννης Κουνέλλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Εζησε στην Ελλάδα μέχρι τα 20 του χρόνια και έχοντας δείξει από νωρίς την τάση του στη ζωγραφική, πέρασε με τραυματικό τρόπο τον Εμφύλιο. Οταν απορρίφθηκε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, εγκαταστάθηκε το 1956 στη Ρώμη και σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Εμφανίστηκε στον χώρο της σύγχρονης τέχνης από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τότε ζωγράφιζε μόνο πίνακες, με ένα πολύ προσωπικό και ιδιότυπο πλαστικό λεξιλόγιο, βάζοντας στον καμβά νούμερα, γράμματα, λέξεις, συχνά από διαφημίσεις και πινακίδες.

Σιγά σιγά άρχισε να εντάσσει στο έργο του αντικείμενα που έβρισκε, ενώ έδειξε το πρώτο του ενδιαφέρον για την περφόρμανς. Ο συνδυασμός ζωγραφικής, γλυπτικής και περφόρμανς ήταν ο τρόπος του να ξεφύγει από την παραδοσιακή τέχνη.
Το 1967 συνδέθηκε με την arte povera, ένα κίνημα που αδιαφορούσε για τα συμβατικά, συνήθη υλικά και αναζητούσε την ελευθερία στην αναρχία της κατασκευής και στη χρήση απλών, ασήμαντων αντικειμένων της ζωής: σακιά, κάρβουνο, ξύλα, βιομηχανικά υπολείμματα. Αντικατέστησε τον καμβά με πόρτες, σκελετούς κρεβατιών, παράθυρα.
Οσο σύνθετα κι αν ήταν τα έργα του, τα στοιχεία τους παρέμεναν μέχρι την τελευταία περίοδο της δουλειάς του εξαιρετικά απλά. Για παράδειγμα, μαύρα παλτά που κρέμονταν από καρφιά στον τοίχο, φέρνοντας στον νου αξιοπρεπείς ανθρώπους που πηγαίνουν στον θάνατό τους.
Ο Κουνέλλης είχε έναν τρόπο να επανεκθέτει το ρεπερτόριο των αντικειμένων του διαφορετικά σε κάθε χώρο, είτε αυτός ήταν η Τate είτε ο καινούργιος εκθεσιακός χώρος Monnaie de Paris, όπου παρουσίασε πέρσι μια εκπληκτική έκθεση.
Οι εκθέσεις του στην Ελλάδα, με κορυφαία αυτή του 1994 που την βάφτισε «ΙΟΝΙΟΝ» και διάλεξε για χώρο της ένα πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά, κοντά στη γενέτειρά του την Καστέλλα, ήταν πάντα μεγάλα γεγονότα.
Το 2005 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον τίμησε με τη διάκριση του επίτιμου διδάκτορα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής για το σπουδαίο εικαστικό έργο του, τη διεθνή παρουσία του και τη θέση του μεταξύ των σημαντικότερων προσωπικοτήτων του μοντερνισμού.
