Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθώς στις ελληνικές αίθουσες προβάλλεται η νέα ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ «Φραντς Κάφκα» («Franz»), που επιχειρεί να αποδώσει με διαφορετικό τρόπο τη ζωή του εμβληματικού λογοτέχνη του 20ού αιώνα, του οποίου τα κείμενα, μέχρι και σήμερα, δίνουν αφορμή για έρευνα και διάλογο, από τις εκδόσεις Ροές κυκλοφορεί η μελέτη του Ν. Ι. Κοσκινά (αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτορος του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου) «Κάφκα και Κινηματογράφος – Ο “κινηματογραφικός” Κάφκα». Η συγκεκριμένη μελέτη επιχειρεί να αναλύσει το έργο του Κάφκα (1883-1924) και τη συσχέτισή του με τον πρώιμο κινηματογράφο, όχι όμως ως προς το πώς επηρεάστηκε η Εβδομη Τέχνη από το έργο του, αλλά το πώς αυτή η νεοσύστατη τότε τέχνη αποτέλεσε έμπνευση και επηρέασε τη γραφή του.

Η μελέτη ξεκινά με στόχο πρώτα να αποδομήσει τον μυθοποιημένο Κάφκα. Το όνομά του συχνά συνοδεύεται από μια σειρά στερεοτύπων, που πηγάζουν από εύκολες και επιφανειακές αναγνώσεις του έργου του και συνδυάζονται με παρανοήσεις γύρω από την ίδια του τη ζωή. Ο συγγραφέας αποδομεί τέσσερις βασικούς μύθους: α) ότι ήταν εσωστρεφής και αποστασιοποιημένος από την κοινωνία, β) ότι δεν είναι πολιτικός συγγραφέας, γ) ότι είναι ζοφερός και απαισιόδοξος και δ) ότι δεν διαθέτει χιούμορ. Διαλύοντας αυτά τα στερεότυπα, μέσα από μια συνοπτική αλλά ενδελεχή έρευνα –αντλώντας στοιχεία τόσο από τις βιογραφίες, τα προσωπικά ημερολόγια και άλλες μελέτες για τη ζωή και το έργο του–, ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να αντιληφθεί την παρανόηση που περιβάλλει τον Κάφκα και να κατανοήσει γιατί υπήρξε ένας πολύπλευρος συγγραφέας που το έργο του έχει πολλαπλές ερμηνείες. Ετσι ανοίγει και ο δρόμος για μια διαφορετική και πιο ανοιχτή προσέγγιση του έργου του Κάφκα σε σχέση με τον πρώιμο κινηματογράφο, του οποίου υπήρξε ένθερμος θεατής, όπως αποδεικνύεται από τα ημερολόγια και τις επιστολές του.

Ο Κοσκινάς παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο του πρώιμου κινηματογράφου, με ενδιαφέροντα τρόπο, καταγράφοντας την ιστορία και αποκαλύπτοντας πτυχές που ενδέχεται όσοι αναγνώστες έχουν μικρότερη επαφή με την ιστορία του κινηματογράφου να μη γνωρίζουν – όπως ότι ο λεγόμενος «βωβός» κινηματογράφος δεν υπήρξε στην πραγματικότητα «βωβός», καθώς συνήθως οι προβολές συνοδεύονταν από ήχους ή ορχηστρική μουσική. Δίνοντας το ιστορικό πλαίσιο και αναλύοντας αυτές τις πτυχές, ο Κοσκινάς «χτίζει» μια γέφυρα που εξηγεί γιατί στο έργο του Κάφκα μπορούμε να εντοπίσουμε ποικίλες μεθόδους της Εβδομης Τέχνης.

Μέσα από μια διαμεσική προσέγγιση –όρος που χρησιμοποιείται στις σπουδές τέχνης και μέσων για να περιγράψει τη σχέση, την αλληλεπίδραση και τη διασταύρωση μεταξύ διαφορετικών μέσων έκφρασης–, ο συγγραφέας αναζητά τις συνδέσεις ανάμεσα στη γραφή του Κάφκα και τις κινηματογραφικές τεχνικές. Ταυτόχρονα εξετάζει και το πώς ο Κάφκα, ενώ υπήρξε θεατής, διατήρησε μια αμφίσημη σχέση με τον κινηματογράφο. Αναμενόμενο, καθώς ένα μέσο που βασιζόταν στον εντυπωσιασμό της εικόνας μπορούσε να εκληφθεί τότε ως μια άμεση απειλή για τον λόγο. Ωστόσο, όπως διαφαίνεται και μέσα από τη μελέτη, τελικά ο Κάφκα διέκρινε στο νέο μέσο δυνατότητες που θα μπορούσε να ενσωματώσει στο σώμα του έργου του, δίνοντάς του νέα υπόσταση.

Οι αναλύσεις του Κοσκινά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, καθώς εντοπίζουν ουσιαστικά σημεία σύγκλισης της γραφής του Κάφκα με κινηματογραφικές τεχνικές, αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το πώς διαμορφώθηκαν οι ιστορίες και το σύμπαν του μέσα από μια προσεκτική τοποθέτηση της «λογοτεχνικής κάμερας», με την οποία φωτίζονται οι θεματικές του. Αν ιστορίες του διαβαστούν υπό το πρίσμα της επιρροής του κινηματογράφου, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι συχνά χρησιμοποιούνται τεχνικές που άμεσα παραπέμπουν στον κινηματογράφο, όπως το camera eye, η αίσθηση της κινούμενης κάμερας, η χρήση φωτοσκιάσεων, το mise-en-scène (τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται οπτικά μια σκηνή και συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία ατμόσφαιρας και νοήματος) ή ο ήχος εκτός κάδρου και το κινηματογραφικό χιούμορ που αντλεί έμπνευση από το slapstick (μορφή κωμωδίας που βασίζεται κυρίως στη σωματική δράση και την υπερβολή: πτώσεις, καταδιώξεις, γκάφες, μηχανικές κινήσεις και γενικά καταστάσεις όπου το σώμα γίνεται φορέας του γέλιου).

Ο Κοσκινάς συνδυάζει τη φιλολογική ανάλυση με τη θεωρία του κινηματογράφου και, μέσα από τη διαμεσικότητα, εξετάζει πτυχές συγκεκριμένων έργων του Κάφκα, όπως «Η δίκη», «Στη Σωφρονιστική Αποικία» κ.ά., με το τελευταίο κεφάλαιο να επικεντρώνεται σε μια συνοπτική αλλά ενδελεχή ανάλυση του «Μια αδελφοκτονία», ένα έργο που θα μπορούσε να ιδωθεί ως πρόδρομος του φιλμ νουάρ.

Οπως αναφέρει ο Κοσκινάς: «Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι ο σκεπτικισμός του Κάφκα απέναντι στη φθαρμένη γλώσσα της νεωτερικότητας […] τον οδήγησε σε μια μορφή αφήγησης που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οπτικοποίηση […]» (σελ. 289). Μέσα από τις αναλύσεις του βιβλίου, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί ότι ο Κοσκινάς έχει ταξινομήσει το υλικό του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή η θέση να εδράζεται σε μια στέρεη βάση.

Ο Κάφκα υπήρξε ένας συγγραφέας που έζησε την εποχή του και αντιλήφθηκε τις αλλαγές, καθώς και το τι μέλλει γενέσθαι. Ηταν «[…] δεινός παρατηρητής, ή ακόμα καλύτερα “σημάντορας πυρκαγιάς”. […] κατέγραφε, με σχεδόν επώδυνη διαύγεια, τα σημάδια μιας ήδη υπάρχουσας κρίσης που οι περισσότεροι αδυνατούσαν ή αρνούνταν να δουν» (σελ. 287). Η λογοτεχνία του αποτέλεσε τομή, υπήρξε ένας συγγραφέας που επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τους καλλιτέχνες. Το βιβλίο του Κοσκινά «φωτίζει» με λεπτομερή και κατανοητό τρόπο τη σχέση του Κάφκα με τον κινηματογράφο, ενώ, όπως αναφέρεται, σύντομα θα ακολουθήσει ένας δεύτερος τόμος, στον οποίο θα αναλυθεί το πώς ο κινηματογράφος επηρεάστηκε έντονα από το έργο του μεγάλου συγγραφέα.