Τι όνειρα έκανες παιδί; Κυνήγησες τα όνειρά σου; Ποιο είναι το όνειρό σου; Εχεις επιθυμίες που δεν έπιασαν λιμάνι; Τι άφησες να φύγει νομίζοντας πως θα γυρίσει; Τι άφησες νομίζοντας πως θα γυρίσεις;
Μέσα από ένα παιχνίδι Βingo και μια εν πλω ανεπανάληπτη διαδραστική παράσταση, αν κάτι έπιασε σίγουρα… λιμάνι ήταν η συγκίνηση όλων όσων την έζησαν. Με έμπνευση από τις αλήθειες που εκφράζονται στο έργο του Χρόνη Μίσσιου, η παράσταση «(Ολα)ν όσα αφήνουμε πίσω < για ένα αύριο που δε θα έρθει ποτέ» κατάφερε να παρασύρει το κοινό της – και όχι μόνο από κατάστρωμα σε κατάστρωμα. Το ταξίδι από τον Πειραιά στην Αίγινα και πίσω με τα απροσδόκητα δρώμενα που ξεκίνησαν φαινομενικά ανέμελα στο σαλόνι του πλοίου για να συνεχιστούν στην πλώρη, στην πρύμνη, στα καταστρώματα και στο, άδειο από αυτοκίνητα, γκαράζ δεν γέμισε απλά από ποικίλες παραστασιακές καταστάσεις, μονολόγους, περφόρμανς, τραγούδι, μέχρι και συναυλία.
Κυρίως γέμισε με νοήματα από αυτά που κουβαλάς φεύγοντας μαζί σου, συναισθήματα και ό,τι μπορεί να συνθέτει μια πραγματικά πρωτόγνωρη εμπειρία.
Ποια είναι η βαθύτερη επιθυμία σου; Μήπως δεν τολμάς να την παραδεχτείς ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό; Να προσέχεις τι εύχεσαι… Αποφθέγματα και αφορισμοί, για όλα όσα είναι ζωή, η δική μας ή των άλλων: ποιων τις προσδοκίες έζησες, τίνος τις επιθυμίες εκπλήρωσες, πόσο ικανοποιημένος είσαι από τις επιλογές σου;
«Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές τού είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”. Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα…Ολα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ’ρθει ποτέ…» είναι τα λόγια του Χρόνη Μίσσιου, που άλλοτε τα παίρνει ο άνεμος του δειλινού κι άλλοτε τα φέρνει κοντά σου η παρέα των νέων, ντυμένων στα άσπρα, με ένα μαντίλι δεμένο στον λαιμό, που σε καθοδηγούν σε αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας. Οσο για την επιστροφή μας, γέμισε κεφάτα από τη μουσική και τα τραγούδια από τα Καλογεράκια, διανθισμένα όχι μόνο από τις διηγήσεις τους για τον έρωτα του Ρεμπώ με τον Βερλέν και τα «Ρεμπώτικά» τους, αλλά και τις επιθυμίες όλων όσων έλαβαν μέρος σε αυτό το ταξίδι, επιθυμίες που γράφτηκαν στο πίσω μέρος του δελτίου Bingo που παίξαμε στην αρχή. Από το «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» μέχρι το «Να είναι καλά οι δικοί μου» ή «Πότε θα γίνω μάνα». Ακόμα και «Πότε θα εκδώσω το βιβλίο μου», με τα Καλογεράκια να απαντούν μελωδικά «αυτοέκδοση, μωρό μου, έλα να σου πω πώς γίνεται»…
Υμνος στην ελεύθερη σκέψη
Η παράσταση εν πλω ήταν η τέταρτη που δόθηκε στο πλαίσιο της φετινής πρώτης συνεργασίας της Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής με το Φεστιβάλ Φιλίππων που διοργανώνει το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας. Είχαν προηγηθεί δύο παραστάσεις στο παρασκήνιο της Εναλλακτικής, βασισμένες κι αυτές στον λόγο του αντιστασιακού αγωνιστή και συγγραφέα από την Καβάλα Χρόνη Μίσσιου και ακόμη μία στον ίδιο χώρο, μια μυσταγωγία για τους θρύλους του Παγγαίου όρους που συνδέθηκαν με το οικολογικό όραμα του λογοτέχνη.
Οι αγώνες και οι αγωνίες του αντιστασιακού για τα οράματα και τις ματαιωμένες προσδοκίες, την ελπίδα που χαράζει σε μια μαργαρίτα όταν καταφέρνει να ανθίσει στο μπουντρούμι της εξουσίας, την ελευθερία σαν όνειρο, τη δυστοπική πόλη-συνθήκη «Ευσαπία» που έχει πεπρωμένο τον μόχθο και το καθημερινό άχθος…
Κι από την άλλη, ένας ύμνος στην ελεύθερη σκέψη και βούληση, μα πάνω από όλα στον άνθρωπο:
«Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία…».
Αν κάτι γεννάει ελπίδα είναι που νέοι καλλιτέχνες έσκυψαν σε αυτά τα κείμενα του Μίσσιου και τους έδωσαν ζωή και νόημα, όπως έχουν νόημα πάντα οι σπουδαίες ιδέες, όπως είναι σπουδαίο να ανοίγουν δρόμοι πρωτόγνωροι ώστε να ακουστούν ακόμη και μεσοπέλαγα.
Με τον άνθρωπο στο επίκεντρο
Στο επίκεντρο ο άνθρωπος. Από τον φροντιστή της ηλικιωμένης που ζει και αναπνέει μόλις τη βάζει για ύπνο (με λόγια που ακούσαμε εν πλω) μέχρι τις λέξεις που μοιράζονται ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που βιώνουν τους δικούς τους σύγχρονους εγκλεισμούς σε μια πολεμοχαρή και ακροδεξιά συγκυρία (όπως διατυπώθηκαν στην αίθουσα ορχήστρας της Λυρικής), το βάθος του Μίσσιου διαπερνά τις εποχές και γίνεται συγκαιρινά επίκαιρος φάρος:
«Να μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση…».
Και συνάμα η αποκαθήλωση όσων μιλάνε για λαούς και μάζες και αδυνατούν να τους αφουγκραστούν, σαν να μιλάνε για κούφια είδωλα, χωρίς σάρκα και ανάγκες…
Αν αξίζει κάτι εν κατακλείδι είναι ένα τεράστιο «εύγε» σε όλους τους συντελεστές αυτής της μυσταγωγίας, γιατί κατάφεραν να ξεπεράσουν τον σκόπελο της γκρίνιας και να μεταδώσουν κάτι από το ανυπότακτο και χωρίς μεμψιμοιρίες πνεύμα του συγγραφέα εμπνευστή τους.
«Πάρε με από δω, θέλω να παίξω, γι’ αυτό δεν θα μεγαλώσω» όπως μας τραγούδησαν και τα Καλογεράκια.
Αλλά ας το κλείσουμε το κομμάτι. Η γείωση ήρθε από τον συνταξιδιώτη συνάδελφο καθώς πήραμε το τρένο της επιστροφής από το λιμάνι, όταν πια είχε πέσει το σκοτάδι.
– «Αλήθεια, εσύ άφησες κάποιο όνειρο σε ένα λιμάνι;» τον ρώτησε κάποιος.
– «Εγώ θέλω μόνο να είμαι καλός άνθρωπος» απάντησε.
