Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο χαλκέντερος Γιώργος Πέτρου, οι ανθεκτικοί Μουσικοί της Καμεράτας και οι χορωδοί της Armonia Athenea είναι η μόνη ομάδα μουσικών καλλιτεχνών που εξακολουθούν, έστω αραιά, να προσφέρουν στην αθηναϊκή μουσική ζωή κανονικές παραστάσεις όπερας μπαρόκ (δηλαδή όχι διασκευές), παρουσιασμένες με όργανα εποχής και στίγμα ιστορικής ερμηνευτικής.
Για τη φετινή συμμετοχή τους στο Φεστιβάλ Αθηνών επέλεξαν ένα εμβληματικό αριστούργημα της λυρικής τέχνης του 18ου αιώνα, την «Αλτσίνα» (1728) του Χέντελ, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί στην Ελλάδα από την ΕΛΣ την καλλιτεχνική περίοδο 2005/06. Το ανέβασμα της «Αλτσίνας» στο Ηρώδειο ήταν μια συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και του ιδιωτικού θεσμού «Pure Art».
Οι αρχικές ημερομηνίες παρουσίασης άλλαξαν λόγω των εκλογών, ωστόσο αμφότερες οι παραστάσεις (6, 12/7/2019) προσέλκυσαν αρκετούς θεατές, επιβεβαιώνοντας πόσο υπολογίσιμα μεγάλο είναι το κλάσμα των Ελλήνων φίλων του μπαρόκ. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε ήταν πολύ καλές.
Οπως συχνά, ο Γιώργος Πέτρου ανέλαβε όχι μόνον τη μουσική διεύθυνση αλλά και τη σκηνοθεσία. Με τη βοήθεια των σκηνικών και των κοστουμιών της Γεωργίνας Γερμανού, η ευανάγνωστη, δίχως περιττές εκκεντρικότητες, πρότασή του συνδύασε τις αναφορές στον ιστορικό κόσμο του μπαρόκ με σύγχρονες παρεμβάσεις υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα του θέματος. Χωρίς τίποτε να είναι ουσιαστικά πρωτότυπο –την εποχή του youtube και του DVD τα έχουμε δει πλέον όλα!– η σκηνοθεσία υπηρέτησε την αφήγηση αβίαστα.
Σ’ έναν κήπο ηδονών φτιαγμένο από αληθινά φυτά και πλαστικό χλοοτάπητα, κάτι μεταξύ ειδυλλιακών πινάκων του Βατό και πλούσιας βιτρίνας ανθοπωλείου, η μάγισσα Αλτσίνα, η Μοργκάνα και η ακολουθία της, ντυμένες με κοστούμια εποχής, άσκησαν στους άνδρες τη γοητεία και τις μαγγανείες τους, ώσπου στο τέλος να υποκύψουν στον έρωτα σαν κοινές θνητές.
Η παρουσία του Μελίσσο και της Μπρανταμάντε ως σύγχρονων καταδρομέων γεφύρωσε με παιχνιδιάρικη αυθαιρεσία το παραμυθένιο «τότε» με το αγοραία μυθοποιημένο «σήμερα». Τέλος, η απόδοση των μαγεμένων εραστών με μαύρα ντόμινo και χρυσές μάσκες ζώων, που θύμιζαν την περίφημη σκηνή του οργίου από το «Eyes wide shut» του Κιούμπρικ, ισορρόπησε ωραία μεταξύ σύμβασης και παραπομπής. Καπνοί και φωτισμοί συμπλήρωσαν την εικόνα.
Μουσικά, παρ’ ότι σχεδόν τρίωρης διάρκειας, η σφιχτοδεμένη παράσταση έρρευσε αβίαστα, ενώ υποστηρίχτηκε διακριτικά από ηχητική ενίσχυση, επέμβαση απολύτως απαραίτητη για όργανα εποχής σε ανοιχτό χώρο. Κύρια δυνατά στοιχεία της ήσαν αφ’ ενός ο εξαιρετικός ήχος των Μουσικών της Καμεράτας υπό την πάντα σε εγρήγορση, στιλιστικά ενημερωμένη, ερεθιστικά σφριγηλή διεύθυνση του μπαροκίστα Πέτρου και, αφ’ ετέρου, το καλόγουστο, ψαγμένο, ομοίως στιλιστικά ενημερωμένο τραγούδι των επτά μονωδών της ισορροπημένης –μείζον θέμα αυτό, ειδικά στο μπαρόκ!– διανομής.
Στο κεντρικό ζευγάρι απολαύσαμε δύο διεθνείς, εξαίρετες, έμπειρες Ελληνίδες τραγουδίστριες που έχουν ενσαρκώσει ξανά με μεγάλη επιτυχία τους συγκεκριμένους ρόλους.
Η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου υπήρξε μια πειστικά δεσποτική και συνάμα γοητευτικά ευάλωτη Αλτσίνα, συνδυάζοντας αιθέρια και αιχμηρή σκηνική παρουσία με ένα τραγούδι προσεγμένο, καλόγουστα αισθησιακό, εμπλουτισμένο με ωραίες διανθίσεις –η περίφημη άρια «Ω, καρδιά μου», μία από τις ωραιότερες και μακρύτερες του μπαρόκ, υπήρξε η απόλυτη κορύφωση της παράστασης και δόθηκε με ύψιστη μουσικότητα και ευγενές συναίσθημα.
Η Μαίρη-Ελεν Νέζη ενσάρκωσε πειστικά έναν θαυμάσιο Ρουτζέρο: αντιηρωικά ηττημένο από έρωτα, ευγενή, φλογερό στην απελευθέρωσή του από τις μαγγανείες της Αλτσίνας. Τεχνικά άρτιο, τελειοθηρικά φροντισμένο, καλαίσθητο ήταν το τραγούδι της. Η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη υπήρξε μια φωνητικά και σκηνικά θαυμάσια Μοργκάνα: απαιτητική dominatrix και, συνάμα, ερωτευμένη γυναίκα.
Τον δύσκολο ρόλο της γενναίας Μπρανταμάντε τραγούδησε ωραία, δίχως εκπτώσεις (παρά τις μεγάλες ταχύτητες του Πέτρου!), η Ιταλίδα υψίφωνος Μπενεντέτα Ματσουκάτο.
Στον ασθενήσαντα αλλά σκηνικά παρόντα βαθύφωνο Πέτρο Μαγουλά δάνεισε το δίχως εκπτώσεις τραγούδι του ο Σωτήρης Τριάντης. Αξιοπρεπής ως Ορόντε ήταν ο τενόρος Γιάννης Καλύβας. Τον ρόλο του χαμένου, νεαρού Ομπέρτο τραγούδησε η Θεοδώρα Μπάκα. Μια κλασική παραγωγή όπερας μπαρόκ που απολαύσαμε ανεπιφύλακτα!
