Περνά και φεύγει σαν υπερβολικά γνώριμο χάδι το «Bitter Christmas» του Πέδρο Αλμοδόβαρ (στις ελληνικές αίθουσες στις 4 Ιουνίου), μια ταινία-μέσα-στην-ταινία, ακόμα ένα alter ego του Ισπανού δημιουργού, με κεντρικό πρόσωπο έναν σκηνοθέτη που εμπνέεται από τη ζωή της βοηθού του για να γράψει το σενάριό του, ενώ η πλαστή ηρωίδα ζει το δράμα της απώλειας στην οθόνη. Υπέροχες ερμηνείες (κυρίως από την πρωταγωνίστρια, Μπάρμπαρα Λένι, με τη φωτογενή κομψότητα και το μονίμως μελαγχολικό βλέμμα), μαγικοί χρωματικοί συνδυασμοί στα σκηνικά και στα ρούχα, αλλά κι ένα φιλμ που απλώς συγκεντρώνει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του σινεμά του Αλμοδόβαρ, χωρίς να προσθέτει απολύτως τίποτα καινούριο σ’ αυτό.

Αντίθετα, μένει ακόμα στη μνήμη το «Fatherland» του Πάβελ Παβλικόφσκι, όχι μόνο για την αισθητική του, αλλά και για το καλλιεργημένο, εκλεπτυσμένο και δυνατό σενάριό του. Δίπλα στον Πολωνό δημιουργό, ο Ρουμάνος Κριστιάν Μουντζίου και ο Ρώσος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ παρουσίασαν τις πιο αιχμηρές ταινίες, τις δυνατότερες υποψηφιότητες για τα βραβεία – παρότι τα προγνωστικά ποτέ δεν είναι έγκυρα με απρόβλεπτες κριτικές επιτροπές.

Στο «Fjord» ο Κριστιάν Μουντζίου εξερευνά τις αντιφάσεις της κοινωνικά ευαισθητοποιημένης Βόρειας Ευρώπης, μέσα από την ιστορία μιας συντηρητικής ρουμανο-νορβηγικής οικογένειας Ευαγγελιστών που μεταναστεύει στη Νορβηγία (πρωταγωνιστούν, απρόσμενα, ο έτσι κι αλλιώς ρουμανικής καταγωγής Σεμπάστιαν Σταν και η σταρ του Γιοακίμ Τρίερ, Ρενάτε Ρέινσβε). Οταν οι κοινωνικές υπηρεσίες απομακρύνουν τα παιδιά λόγω υποψίας κακοποίησης, η ταινία αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην κρατική πρόνοια και την αποδοχή της διαφορετικότητας.

Με ψυχρή αισθητική και υπόγεια ένταση, ο Μουντζίου μιλά για τον πολιτισμικό ρατσισμό, την προκατάληψη και την αλαζονεία απέναντι στους «άλλους» Ευρωπαίους. Παρά τις αφηγηματικές αδυναμίες, το φιλμ πετυχαίνει κάτι σημαντικό: ανοίγει έναν δύσκολο αλλά αναγκαίο διάλογο γύρω από τον φιλελευθερισμό, την ανοχή και τις πιο υπόγειες μορφές των ανθρώπινων διακρίσεων.
Διασκευή
Από την άλλη πλευρά, ο Ρώσος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, αντικαθεστωτικός ανθρωπιστής, επιστρέφει στο Διαγωνιστικό των Κανών για πέμπτη φορά (τελευταία μετά το «Λεβιάθαν» και το «Loveless»), με τον «Μινώταυρο», μια αλληγορική, σκληρή καταγγελία για τη Ρωσία της εποχής του πολέμου, της πολιτικής αποσύνθεσης, των ολιγαρχών και της κατάχρησης εξουσίας.

Η ιστορία, άλλη μια διασκευή του ερωτικού θρίλερ «Unfaithful» του Κλοντ Σαμπρόλ, αλλά με νέες προεκτάσεις, ακολουθεί έναν πλούσιο επιχειρηματία που καλείται να επιλέξει υπαλλήλους για επιστράτευση, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την κρίση στον γάμο του. Η προσωπική του ζωή αποκαλύπτει προδοσίες και οδηγεί σε μια πράξη εκδίκησης, που συνδέεται συμβολικά με τον μύθο του Μινώταυρου. Η ταινία αντιπαραβάλλει το ιδιωτικό με το πολιτικό, παρουσιάζοντας έναν κόσμο όπου η εξουσία αποφασίζει ατιμώρητα για ζωές. Με ειρωνεία και σκοτεινό χιούμορ, ο σκηνοθέτης αποτυπώνει μια κοινωνία εγκλωβισμένη σε έναν σύγχρονο λαβύρινθο βίας και κυνισμού.
Οι παραπάνω είναι και οι ταινίες που θεωρούμε φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, εάν η επιτροπή κινηθεί με κινηματογραφικά κριτήρια. Βέβαια έρχονται με εξαιρετικές προοπτικές, τις τελευταίες μέρες, τόσο το γαλλικό «Notre Salut» του Εμανουέλ Μαρ, η πραγματική ιστορία του παππού του που συνεργάστηκε με τους ναζί στον Β’ Παγκόσμιο, κατά τα λεγόμενα φτιαγμένη με τέτοιον τρόπο ώστε να θυμίσει στους -υπό την απειλή της Ακροδεξιάς- συμπατριώτες του το λάβαρο της δημοκρατίας που παραδοσιακά η Γαλλία σηκώνει, αλλά και το «La Bola Negra» των Ισπανών «Javis», δηλαδή του Χαβιέρ Κάλβο και του Χαβιέρ Αμπρόσι, μια queer διαγενεακή ταινία μνήμης και φαντασίας, από τους δημιουργούς των τηλεοπτικών «Veneno» και «La Mesías».
Γυναικείο ελληνικό σινεμά, τότε και τώρα
Δίπλα στα… μεγαθήρια, η Ελλάδα έκανε μια εντυπωσιακή, απολύτως γυναικεία εμφάνιση φέτος. Ο μίτος ξεκίνησε, όπως ξεκίνησε και η γυναικεία σκηνοθετική δημιουργία στο ελληνικό σινεμά γενικότερα, από τη Μαρία Πλυτά. Με την προτροπή και τη στήριξη της πανεπιστημιακού Μπέτυς Κακλαμανίδου, η ταινία της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδας, «Εύα», του 1953, προβλήθηκε, με αποκατεστημένη κόπια, στο τμήμα Cannes Classics, σε μια κατάμεστη αίθουσα που ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό. Μοντερνιστική, με τα σκηνικά του νεότατου, τότε, Γιάννη Τσαρούχη, τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και τη λάμψη του καστ της (Νίνα Σγουρίδου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Μάνος Κατράκης, Ντίνος Ηλιόπουλος), η «Εύα», παρά τις σεναριακές αφέλειες και το υπερβολικό παίξιμο, έλαμψε στη μεγάλη οθόνη, τοποθετώντας, πια, το όνομα της Πλυτά, ελπίζουμε, σε όλες τις κινηματογραφικές λίστες και επιλογές απ’ όπου επί δεκαετίες απουσιάζει.

Τρεις γενιές αργότερα, η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, ήδη πολυβραβευμένη για τις μικρού μήκους ταινίες της, κάνει το ντεμπούτο της στη μεγάλου μήκους, στο περίοπτο διαγωνιστικό τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα». Ο τίτλος, «Τιτανικός Ωκεανός», κι η ίδια η ταινία ένας μικρός Τιτανικός, αφού η Κοτζαμάνη, μαζί με την παραγωγό της, Μαρία Δρανδάκη της Homemade Films (και άλλους πολλούς συμπαραγωγούς στην πορεία), τόλμησαν να βουτήξουν σε μια παραγωγή που γυρίστηκε στην Ιαπωνία, με όσες δυσκολίες και προκλήσεις αυτό συνεπάγεται. Θαρραλέο και συναισθηματικά γενναιόδωρο το φιλμ της Κοτζαμάνη, μια ελεύθερη και πολύ συγκινητική αναφορά στο παραμύθι της «Μικρής Γοργόνας», παρακολουθεί τη νεαρή Ακαμε, διστακτικό κοριτσόπουλο, που φοιτά σε σχολή για γοργόνες (εκείνες με τη μακριά, ασημίζουσα ουρά που πλανεύουν όχι πρίγκιπες ακριβώς, αλλά επισκέπτες σε μεγάλα ενυδρεία), και ταυτόχρονα ανακαλύπτει τη φωνή της και τον πρώτο της έρωτα. Η ταινία είναι βυθισμένη σε μια κοριτσίστικη, νεανική αγωνία, είναι βαθιά ρομαντική και εικαστικά πανέμορφη.
Παράλληλα, η Αλεξάνδρα Ματθαίου από την Κύπρο, η σκηνοθέτρια που θαυμάσαμε πριν από λίγα χρόνια με τη μικρού μήκους «A Summer Place» με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Μηνά, κάνει πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών με τη νέα της ταινία «Free Eliza» – έξυπνη, προσωπική και χαριτωμένη, συστήνοντας ακόμα μία υπέροχη ηθοποιό, τη Γρηγορία Μεθενίτη. Συγκινητικότερο από την κάθε στιγμή της καθεμιάς από τις δυο ταινίες, το γεγονός και μόνο ότι κάνουν, αυτομάτως, ένα μεγάλο βήμα (και οι δυο με… βατραχοπέδιλα) στο σύμπαν του παγκόσμιου σινεμά.
