Εχω πολλούς γνωστούς με τους οποίους συναγελάζομαι καθημερινά, οι οποίοι θεωρούν ότι είναι αριστεροί… ο θεός κι η ψυχή τους. Οι πλείστοι εξ αυτών είναι τσιγκούνηδες, μεμψίμοιροι, συνωμότες, ιντριγκαδόροι· επιπροσθέτως: αγγούρια στις κινήσεις τους, ιδεοληπτικοί, άρρυθμοι (!), βολεμένοι του κερατά. Δυσφορούν όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον χορό και την ποίηση (εντάξει, επικαλούνται τους 2 νομπελίστες μας, τον Ρίτσο, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη καί τινες ακόμη, χωρίς βεβαίως να θυμούνται κάποιον στίχο από το έργο τους). Δύστροποι και ξινοί όταν κάποιος ξεφεύγει από την «κουλτούρα» τους, μια κουλτούρα υλοφροσύνης, ομάδων εξουσίας και επικυριαρχίας στον χώρο εργασίας τους ή οπουδήποτε «δρουν».
Μερικές φορές μένεις άναυδος από την ολιγοσύνη τους, τη στενότητα του στοχασμού τους, την εγκυκλοπαιδική τους ανεπάρκεια (γνώστες εν τούτοις εκφράσεων του συρμού και όσων συμβαίνουν στην τηλοψία και στα περιοδικά μόδας, παρακαλώ). Προσπαθείς να ανταλλάξεις δυο αριστερές κουβέντες μαζί τους· τζίφος. Η ιδιοτέλεια πάνω απ’ όλα, η μανία για επικυριαρχία και για άσκηση εξουσίας. Η ποίηση και η φιλοσοφία δεν είναι στα ενδιαφέροντά τους (κι εδώ που τα λέμε, δίκιο ίσως να ’χουν). Ποιος έχει σχέση με ανθρώπους της εξουσίας; Ε, αυτόν προσεγγίζουν, διευρύνοντας ούτω πώς την ατζέντα των γνωριμιών τους, που θα βοηθήσει τους ίδιους να αναρριχηθούν σ’ αυτήν την πολυθρύλητη και πολυπόθητη εξουσία· εκσπερματώνουν, ίσως, όταν σιγουρευτούν ότι (συν)κρατούν τα γκέμια της κάθε μερούλας τους, σε βάρος άλλων βεβαίως.
Καθεστωτικοί, κάθονται στα ειδώλια των αναγνωσμάτων των νιάτων τους κι εξαπολύουν βδελύγματα και λάσπες εναντίον όποιου δεν συντάσσεται με τις ευτελείς τους επιθυμίες, με τον εξουσιαστικό παροξυσμό τους. Εύχομαι να κάνω λάθος με τούτες (μου) τις εκτιμήσεις, να οφείλονται σε αλληγορίες της έλλειψης επικοινωνίας, στην κούραση των τελευταίων χρόνων, που έχει καταλάβει τους περισσότερους εξ ημών. Ισως η αριστεροσύνη (μας) να χάνεται στο ημίφως του πολιτειακού συστήματος, πιθανώς να ανασυντάσσεται (!) και να προετοιμάζεται για τη μεγάλη επίθεση προς το «εγώ» μας και προς την κάθε εξουσία που μας περιβάλλει· ποιος ξέρει, ακόμη, μπορεί να πιστεύουμε στην ενδεχομενικότητα της λαϊκής εξέγερσης.
Ωπα. Πάθη και πόθοι σφιχταγκαλιάζονται και μετεωρίζονται στην πλήξη και στο τίποτα, βουτάνε στον βυθό της λήθης και στην πολυταραχή των συναισθημάτων· κύτταρα αναγεννώνται στην πολυσημία του αίματος. Καλά. Αρκεί. Να, όμως, που η αξιοπρέπεια επαναστατεί διεκδικώντας τον χώρο της, αλλά ποιος να της δείξει τον δρόμο; Αλλού έχουν το μυαλό τους οι (γνωστοί) αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί: στη μικρότητα της άσκησης εξουσίας, στον πλουραλισμό, στο διεθνιστικό όνειρο των μαζών, στη φανέρωση των δικαιωμάτων ασθενών και ταλαιπωρημένων από τον επίσημο κρατισμό. Κι όμως, έχει θέση η ποίηση σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς (κι όποιος δεν καταλαβαίνει, ε, δεν έχει και τόση σημασία).
