Λίγο πριν επιστρέψει στον Λευκό Οίκο ο Τραμπ, κυριαρχούσε η βεβαιότητα ότι η δεύτερη θητεία του θα άρχιζε με σταθεροποιητικές κινήσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή ώστε στη συνέχεια να μπορέσει να στραφεί απερίσπαστος στην αναζήτηση σταθεροποίησης των σχέσεων με την Κίνα.
Οι εξελίξεις διέψευσαν τις παραπάνω προβλέψεις και, για να είμαστε πιο ακριβείς, τις μετάλλαξαν.
Το ρεσάλτο και η απαγωγή του Μαδούρο αποκτά κοινό παρονομαστή με τις παρενέργειες του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στην αγορά ενέργειας, δηλαδή την αύξηση της τιμής του πετρελαίου που εισάγει η Κίνα.
Οι διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας βρίσκονται στη βαριά σκιά της αμοιβαίας καχυποψίας που κυριάρχησε μετά την επίσκεψη στην Ταϊβάν το 2022 της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι.
Μια προσεκτική ματιά στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ και η Κίνα διαχειρίζονται τη μεταξύ τους αντιπαλότητα ρίχνει φως στο πώς και οι δύο πλευρές προσπαθούν να αποφύγουν μια ανεξέλεγκτη διολίσθηση προς τη σύγκρουση.
Ο πρόεδρος της Βουλής είναι μετά τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο ο τρίτος στην ιεραρχία της εξουσίας των ΗΠΑ. Η επίσκεψη Πελόζι δημιούργησε αμφιβολίες στην Κίνα για το κατά πόσον εξακολουθεί να ισχύει η δέσμευση των ΗΠΑ για αποφυγή οποιασδήποτε κίνησης θα μπορούσε να θεωρηθεί ενθάρρυνση της Ταϊβάν να προχωρήσει σε διακήρυξη ανεξαρτησίας.
Η θέση του Πεκίνου για το μέλλον της Ταϊβάν είναι η φόρμουλα «Ενα κράτος – δύο συστήματα» που διασφαλίζει διευρυμένη αυτονομία κατά το μοντέλο του Χονγκ Κονγκ συν τη διατήρηση τοπικών ενόπλων δυνάμεων. Επί της ουσίας το Πεκίνο προσφέρει στην Ταϊβάν μια light φόρμουλα ενσωμάτωσης με μοναδικό τίμημα την κοινή εξωτερική πολιτική.
Η Ταϊβάν υπήρξε διαδοχικά αποικία της Πορτογαλίας και της Ιαπωνίας μέχρι και το 1945. Το 1949 ο πολυετής εμφύλιος πόλεμος έληξε με νίκη τού υπό τον Μάο Τσε Τουνγκ Κ.Κ. και έτσι ο μέχρι τότε πρόεδρος της Κίνας, Τσανγκ Κάι Σεκ, και η κυβέρνηση του Εθνικιστικού Κόμματος (Κουομιτάνγκ) κατέφυγαν στην Ταϊβάν.
Από το 1949 μέχρι το 1972 η Ταϊβάν με την ονομασία Δημοκρατία της Κίνας ήταν μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η πλειοψηφία των χωρών-μελών του διεθνούς οργανισμού εξακολουθούσε να την αναγνωρίζει ως τον μοναδικό νόμιμο εκπρόσωπο της Κίνας.
Το 1972 οι Νίξον – Κίσινγκερ συναντήθηκαν με τον Μάο στο Πεκίνο και συμφώνησαν τη σταδιακή εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με το άνοιγμα διπλωματικών αντιπροσωπειών, οι οποίες το 1978 αναβαθμίστηκαν σε πρεσβείες. Ταυτόχρονα έκλεισε η πλειονότητα των ξένων πρεσβειών που ήταν εγκατεστημένες στην Ταϊβάν.
Ο Τραμπ δεν έχει κανέναν λόγο να προσθέσει στα μέτωπα που άνοιξε, αρχής γενομένης από τη Γριλανδία, ένα μέτωπο με τόση ιστορική φόρτιση που εύκολα μπορεί να γίνει μια παγίδα για την προσπάθεια των ΗΠΑ να ισορροπήσουν την Κίνα.
Η Ταϊβάν είναι το μέτωπο στο οποίο μπορούν να σταλούν τα λάθος μηνύματα και να δοθούν οι λάθος απαντήσεις.
