Η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια. Ενας καλός χειριστής μπορεί να τη χρησιμοποιήσει με τέτοιο τρόπο που θα ικανοποιεί τους πάντες. Και τους απαιτητικούς και τους χαλαρούς και τους σχολαστικούς και τους «λαϊκούς». Μπορεί να πει κάτι χοντρό με ευρύχωρη ρητορική που θα καλύπτει και τους θυμωμένους και τους μετριοπαθείς. Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης δεν έχουν χαριστεί στην κυβέρνηση και στην ηγεσία της δικαστικής εξουσίας. Εχουν κάνει λόγο για «γαλάζια» συμμορία, «γαλάζια» μαφία, εγκληματική οργάνωση, επιτελικό παρακράτος, συμμορία με τις γραβάτες (το τελευταίο από τον Αλέξη Τσίπρα), έχουν μιλήσει για εξαρτημένη δικαστική εξουσία, χειραγωγημένους δικαστές και άλλα πολύ ενοχλητικά.
Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των δικαστών και των εισαγγελέων διαμαρτύρονται όταν στον πολιτικό λόγο υπάρχουν απαξιωτικές αναφορές για μέλη τους, δυσκολεύονται όμως να εξηγήσουν γιατί είναι τόσο χαμηλά η Δικαιοσύνη στην εκτίμηση του κόσμου. Φταίνε μόνο τα κόμματα ή έχουν ευθύνες και ορισμένοι εκπρόσωποι της δικαστικής εξουσίας; Η κριτική για να έχει βάση πρέπει να συνοδεύεται από αυτοκριτική. Και στο θέμα αυτό οι συνδικαλιστικές ενώσεις δεν έχουν καλές επιδόσεις. Η κυβέρνηση κατηγορεί τα κόμματα για τοξικότητα και εμφυλιοπολεμικό κλίμα, μιλάει για πρωτοφανείς καταστάσεις που βλάπτουν τη δημοκρατία, επικαλείται τον πολιτικό πολιτισμό που σ’ αυτήν κατά τη γνώμη της περισσεύει, ενώ στους αντιπάλους της δεν υπάρχει. Ξεχνάει πολύ βολικά τι έλεγαν τα στελέχη της για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (κατσαπλιάδες), για τους Τσίπρα και Κοτζιά (εθνικό έγκλημα η συμφωνία των Πρεσπών, προδότες ο τότε πρωθυπουργός και ο τότε υπουργός Εξωτερικών). Ξεχνάει επίσης ότι κορυφαίοι παράγοντες της παράταξης καλούσαν τους πολίτες να πάρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες για να μην τις βρουν οι ακροαριστεροί λαϊκιστές οι οποίοι θα καταργούσαν τη γιορτή των Χριστουγέννων και θα κατέβαζαν τις εικόνες από τα δημόσια κτίρια και πολλά άλλα εξίσου… ευώδη που παραπέμπουν στη μετεμφυλιακή περίοδο.
Πώς λοιπόν μπορείς να κάνεις καταιγιστική κριτική σ’ ένα σύστημα χωρίς να μετέλθεις μέσα που θα προσβάλλουν τους μετριοπαθείς, αλλά δεν θα κάνεις εκπτώσεις, ούτε θα επιχειρήσεις να τετραγωνίσεις τον κύκλο για να εξασφαλίσεις τη γενική συναίνεση; Είχαμε ένα δείγμα γραφής από τον Ευάγγελο Βενιζέλο για το σκάνδαλο των υποκλοπών που αποδοκιμάζει τις επιλογές του καθεστώτος, εγκαλεί τους δικαστικούς που δεν έπραξαν το καθήκον τους και αποθεώνει αυτούς που λειτούργησαν σύμφωνα με τη συνείδησή τους και το Σύνταγμα. Το απόσπασμα είναι από το άρθρο του στα Νέα του Σαββάτου (28/3/2026): «Παρά λοιπόν τον συστηματικό και επίμονο ευτελισμό κοινοβουλευτικών και δικανικών διαδικασιών και παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν λειτουργοί που διέθεσαν το προσωπικό τους κύρος στη μάταιη αυτή στρατηγική, φτάσαμε σήμερα να θαυμάζουμε ως εξαίρεση αυτό που είναι ο συνταγματικός, ενωσιακός και διεθνής κανόνας: τη δυναμική που αναπτύσσει η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών όταν διαμορφωθεί το momentum». Λέει με κομψή φρασεολογία όλα όσα λένε τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης με επιθετικό τρόπο. Τι προτιμάτε; Τη ρητορική των κομμάτων ή τη ρητορική του πρώην αρχηγού του ΠΑΣΟΚ; Στη μία περίπτωση έχουμε πολωτική συμπεριφορά, στην άλλη ένα είδος γραβατωμένης αντιπολίτευσης.
Aνάγωγα
Τη Δευτέρα, «θα τους εξαφανίσω». Την Τρίτη, «συζητάμε σοβαρά με το Ιράν και υπάρχουν ελπίδες για τη λήξη του πολέμου». Την Τετάρτη, «θα τους ισοπεδώσω». Την Πέμπτη, «η σημερινή ηγεσία του Ιράν είναι σοβαρή». Την Παρασκευή, «θα πάθουν από τον καλύτερο στρατό του κόσμου τόσες καταστροφές που ούτε να τις φανταστούν μπορούν». Το Σάββατο μετράει τα κέρδη των επιχειρήσεών του από τον πόλεμο. Την Κυριακή παίζει γκολφ στη Φλόριντα.
