Η δυνατότητα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ να πλήξουν με πυρηνικά όπλα που θα είχαν εκτοξευθεί από ευρωπαϊκό έδαφος την ΕΣΣΔ και στη συνέχεια την Ρωσία, ήταν το πλεονέκτημα το οποίο η γεωγραφία έδινε στις ΗΠΑ.
Οι πύραυλοι μεσαίου βεληνεκούς Πέρσινγκ και Κρουζ, σύμφωνα με την απόφαση του ΝΑΤΟ, ήταν η απάντηση της Δύσης στην εγκατάσταση του αντίστοιχου πυραυλικού συστήματος της ΕΣΣΔ, των πυραύλων SS-20.
Το 2019, στην πρώτη θητεία Τραμπ, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι δεν δεσμεύονται από τις δεσμεύσεις της συμφωνίας που υπέγραψαν το 1987 οι Ρέιγκαν – Γκορμπατσόφ για την απαγόρευση των πυραύλων μέσου βεληνεκούς.
Η αποδέσμευση των ΗΠΑ αιτιολογήθηκε από την ανάγκη αντιμετώπισης των απειλών που μπορούν να προέλθουν από χώρες όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.
Η Μόσχα δήλωσε τότε ότι θα συνεχίσει να τηρεί μονομερώς τη συμφωνία, μια δέσμευση που τήρησε μέχρι προχθές.
Η απόφαση της Μόσχας δημοσιοποιείται δύο μέρες πριν από την άφιξη στη ρωσική πρωτεύουσα του προσωπικού απεσταλμένου του Τραμπ, Γουίτκοφ.
Το μήνυμα είναι προφανές: το Κρεμλίνο επαναλαμβάνει ότι η Ουκρανία αποτελεί μέρος των προκλήσεων ασφαλείας που αντιμετωπίζει από τις επιλογές των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ.
Πριν σιγήσουν τα όπλα, η Μόσχα θα θελήσει εγγυήσεις ότι δεν θα δούμε να επαναλαμβάνεται στη Μολδαβία και στη Γεωργία η αλληλουχία των γεγονότων που προηγήθηκαν της ανάφλεξης στην Ουκρανία.
Η αποχώρηση της Ρωσίας από τη συμφωνία κατάργησης των πυραύλων μέσου βεληνεκούς ολοκληρώνει το ξήλωμα των συνθηκών που υπογράφηκαν στις δεκαετίας του ’60 και του ’70.
Ο χρόνος δεν ωφελεί ούτε τις ΗΠΑ ούτε τη Ρωσία.
Εάν δεν υπάρξει συνολική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, τότε σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον η πυρηνική ισορροπία του τρόμου θα είναι συνάρτηση ενός τριπλού διαλόγου ανάμεσα στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα.
Τούτων λεχθέντων και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των συνομιλιών του απεσταλμένου του Τραμπ στη Μόσχα, είναι αξιοσημείωτη η προσεκτική στάση του Κρεμλίνου στη ρητορική κλιμάκωση Τραμπ.
