Βασίλευε ο ήλιος μέσα στο κρητικό πέλαγος, πυρωμένα ήταν ακόμα τα χαράκια του Ψηλορείτη από την κάψα της ημέρας, καθώς σηκωνόταν ο Σταμάτης Πολενάκης να πάρει θέση μπροστά στο μικρόφωνο και να διαβάσει αποσπάσματα από το έργο του. Και μόνο απ’ την αμηχανία της ανεπιτήδευτης εισαγωγής του κι από το νευρικό ξεφύλλισμα του βιβλίου που κρατούσε στα χέρια του, ολομόναχος μπρος στο ακροατήριο, μπορεί και να τον έβγαζες πως είναι ποιητής, ακόμη κι αν ήσουν ανυποψίαστος. Μα από τις πρώτες κιόλας αράδες που διάβασε, σκορπίστηκε η όποια αμφιβολία· εναλλασσόταν η σαγήνη με τις γροθιές στο στομάχι, τόσο που δεν μπορούσες πια να τα ξεχωρίσεις και παρακαλούσες να μην τελειώσει ποτέ αυτό το υπέροχο μαρτύριο.
Μεσουρανούσε πια το φεγγάρι όταν τον άλλαξε επί σκηνής ο Γιάννης Στίγκας, για να ξεδιπλώσει κι αυτός με τη σειρά του όλη του την ποιητική ορμή. Ο Στίγκας –σε αντίθεση με τον Πολενάκη– δεν επέλεξε να αναμετρηθεί με τη μοναξιά του παρά αντάλλαζε αναγνώσματα με τη Ράνια Καραχάλιου, με αφορμή την τελευταία συλλογή του, «sondercommando». Κι ήταν λες και πιαστήκανε τα κείμενα στην έκσταση και στην ένταση της κρητικής σούστας, αντικριστά μα και σφιχτοδεμένα, και στροβιλίζονταν διαολεμένα κόβοντας την ανάσα στο κοινό, το οποίο ρουφούσε τα μουσικά διαλείμματα του Γιάγκου Χαιρέτη που ολοκληρώνανε τη μέθεξη.
Ολα τα παραπάνω λάβανε χώρα στον «Ανηφορά», στο πέτρινο θεατράκι του Τόπου του Βοσκού, έξω απ’ τ’ Ανώγεια. «Είναι ο τρόπος που σκαρφιστήκαμε, ώστε να δημιουργήσουμε ένα πολιτισμικό συνεχές στους πρόποδες του Ψηλορείτη με επίκεντρο τη λογοτεχνία που μας φέρνει σε επαφή με τέχνες, επιστήμες, πολιτισμούς και θα αποτελέσει πεδίο έκφρασης και αλληλεπίδρασης», γράφουν για τον «Ανηφορά» οι διοργανωτές του. Αξίζει ν’ αναζητήστε το πρόγραμμά του και να βρεθείτε σε μια απ’ τις επόμενες βραδιές του.
Να ’ναι καλά ο «Ανηφοράς» κι οι άνθρωποί του, λοιπόν, που σκεφτήκανε να συνταιριάξουν αυτούς τους δυο εκπληκτικούς ποιητές και να δημιουργήσουν έναν συγκλονιστικό κοινό τόπο σ’ όλους εμάς τους παρευρισκόμενους. Κι αν θα μπορούσαμε να ήμασταν και λίγο περισσότεροι, όπως παρατήρησε κάποιος, δεν έχει σημασία· ήμασταν όσοι έπρεπε.
Η ποίηση, άλλωστε, δεν είναι για να γεμίζει θέατρα, αλλά ψυχές.
