Βρέθηκα έξω από το απαίσιο, γυάλινο, τεράστιο κτίριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις Βρυξέλλες. Καθώς περίμενα τη φίλη μου, εργαζόμενη με συμβόλαιο για γραμματειακή υποστήριξη κάποιου επιτρόπου, χάζευα τους γιάπηδες (πόσο καιρό έχω να πω ή να διαβάσω αυτή τη λέξη – ακόμη και την άλλη, γκόλντεν μπόι!) που μπαινόβγαιναν κι εκείνους που έκαναν το τσιγαράκι τους στον περιβάλλοντα χώρο. Σύμβουλοι, γραμματείς, ειδήμονες, αναλυτές…
Οι άνθρωποι των διασκέψεων, αυτοί που μεταφέρουν ή διατυπώνουν απόψεις, αυτοί που καταθέτουν μελέτες για την τύχη των ευρωπαϊκών κρατών. Για την τύχη τη δική μου, του παιδιού μου, των φίλων μου, της μικρής μου έστω, αλλά δικής μου Ελλάδας. Τα μάτια μου μίκρυναν σαν λίγο πριν από επίθεση – στα αιλουροειδή μεγαλώνουν.
Ενιωσα πως φταίνε αυτοί για την ανεργία, για τη μετανάστευση του γιου μου, για τους άστεγους, για τις ουρές των συσσιτίων, για τις αυτοκτονίες, για τους μισθούς και τις συντάξεις πείνας, για την απληρωσιά των περισσότερων από εκείνους που καταγράφονται στους καταλόγους εργαζoμένων, για την κατάντια των δημόσιων νοσοκομείων.
Δεν μπορώ να πω ότι γλίτωσαν όλοι αυτοί από «τα γαμψά μου νύχια» επειδή εμφανίστηκε η φίλη μου. Γλίτωσαν και θα γλιτώνουν γιατί είναι του συστήματος και το σύστημα είναι δυνατό, δεν χαμπαριάζει από ένα ζευγάρι μισόκλειστα μάτια. Μόλις αντιληφθούν δυσαρέσκεια, αγανάκτηση ή επιθετικότητα, έχουν τον τρόπο τους.
Κλείνουν τις τράπεζες, επιστρατεύουν τους υποστηρικτές τους, εξαγοράζουν ραδιοκύματα και τηλεοπτικές συχνότητες, παραποιούν δεδομένα, καβαλάνε τα βομβαρδιστικά τους και εξαπολύουν βόμβες τρόμου και απειλών.
Και σε κάθε τέτοια τους επίθεση αντιλαμβάνεσαι πόσο ανέτοιμος είσαι να τους αντιμετωπίσεις. Πώς αντέχεις ακόμη, από φόβο, από αβεβαιότητα, να ζεις στην καλύβα σου κι ας την τρώνε οι ψύλλοι. Χρειάζονται πολλά μισόκλειστα μάτια για να κάψουμε τις καλύβες μας.
