Θα ’ναι κοντά μήνας πια απ’ την ημέρα εκείνη του Οκτώβρη που ανοίξανε οι ουρανοί σε μερικά σημεία της Κρήτης και ραπίσανε τη γη με την πιο άγρια νεροποντή που θυμούνται ακόμα κι οι παλιότεροι. Ειδικά στην πόλη των Χανίων, όπου τα αυτοκίνητα μέσα σε λίγα λεπτά γινήκανε γόνδολες και σαλπάρανε ακυβέρνητα μέσα στη λασπουριά, μα και στην περιοχή μεταξύ Ρεθύμνου και Ηρακλείου, στα όρη του Κουλούκωνα, όπου απ’ το πρωτοφανές του φαινομένου έκλεισε μέχρι και το εθνικό δίκτυο και χρειαστήκανε ώρες για να επανέλθει μια κανονικότητα στην κυκλοφορία.
Λαξευμένος, θαρρείς, στις απολήξεις του Κουλούκωνα είναι ο εθνικός δρόμος σ’ εκείνο το σημείο, λίγο πριν βουτήξουνε οι απότομες πλαγιές του μέσα στο κρητικό πέλαγος· σαν οδηγάει κανείς απ’ το Ηράκλειο στο Ρέθυμνο, έχει τη θάλασσα στο ένα του χέρι και την οροσειρά στο άλλο. Κι όμως, μετά από τόσες μέρες, σε μερικούς ορμίσκους είναι ακόμα κατακόκκινη η θάλασσα από το χώμα που ξήλωσε η νεροποντή και το αχρήστεψε, παρασύροντάς το στην αρμύρα. Λες και χύθηκε της γης το αίμα μέσα στο γαλανό νερό· σκέτη θηριωδία θυμίζει η εικόνα.
Πέντε αιώνες χρειάζεται η φύση για να παραγάγει ένα κυβικό εκατοστό χώμα. Αραγε πόσα εκατομμύρια χρόνια άοκνης δουλειάς της πλάσης χυθήκανε στη θάλασσα; Και τι να κάνεις, θα πει κάποιος· φύση είναι αυτή, άγνωστες οι βουλές της. Κι όμως, κάποτε στον Κουλούκωνα φύτρωνε ένα πρινόδασος, που αποψιλώθηκε για να πουληθεί ως κάρβουνο στις αγορές της εποχής· χάθηκε το δάσος, υποβαθμίστηκε το έδαφος, κι αντί το χώμα ν’ ανανεώνεται από το ρίζωμα των πρίνων και να κατεβαίνει λίγο λίγο στους κάμπους γύρω απ’ το βουνό δημιουργώντας καλλιεργήσιμες εκτάσεις, σπαταλήθηκε στη θάλασσα μέσα σε μιαν ημέρα.
Σχεδόν δεν έχει ξαναβρέξει από τότε, και πάει ένας μήνας κιόλας. Η υποβάθμιση του εδάφους, η αποψίλωση των δασικών εκτάσεων, οι υδρόφιλες μονοκαλλιέργειες και η ανεξέλεγκτη ανθρώπινη δραστηριότητα εν γένει, επιτείνουνε τα ακραία φυσικά φαινόμενα· μεγαλώνουνε οι περίοδοι ξηρασίας, οι μπόρες είναι σπάνιες και έντονες προκαλώντας καταστροφές και απώλεια ωφέλιμης γης, τα φράγματα αδειάζουνε κι ο λίβας ξεραίνει τα πάντα, συχνά ακόμα και μες στο καταχείμωνο.
Η ερημοποίηση προχωρά κι οι άνθρωποι εξακολουθούμε να αποδίδουμε τα φαινόμενα σε παραξενιές, τάχα, της φύσης. Κι όσο για της γης το αίμα που μας θρέφει, αφού το μαγαρίσουμε πρώτα με χημικά δηλητήρια, αποστραγγίζεται έπειτα απ’ τους ορμητικούς χείμαρρους και πετιέται στη θάλασσα, μπρος στα αδιάφορα μάτια μας.
