«Μα εμείς τα ελληνικά κλασικά κείμενα διδαχθήκαμε. Πάππου προς πάππον. Oλη η παιδεία της Ευρώπης σε αυτά βασίστηκε. Είμαστε σχεδόν Ελληνες». Αυτά μού είπε. Και οι γύρω τριγύρω του κουνούσαν κεφάλια, συγκατανεύοντας όλο πάθος.
Και όλα αυτά επειδή ζήτησα διακριτικά (έκανα προσπάθεια, τ’ ομολογώ, αλλά ήμουν ευγενική) από ένα γκρουπ Γερνανοαυστριακών τουριστών που είχε καταλάβει όλο το βαγόνι στον συρμό, να κάνουν λίγο στην άκρη.
«Συγγνώμη, λίγο χώρο να βγω (απ’ τ’ αδιέξοδο αυτό)», είπα (το τελευταίο από μέσα μου). Μια, δυο, τίποτα. Στον κόσμο τους κυριαρχούσε ο μικρόκοσμός τους και ήταν φανερό ότι εγώ σε αυτόν δεν ανήκα.
Ελα, όμως, που τα φαινόμενα απατούν: «Είμαστε σχεδόν Ελληνες», μου πέταξαν κατάμουτρα οι Κεντροβορειοευρωπαίοι φίλοι μας και μπορεί άκρη να περάσω να μην έκαναν (βγήκα από άλλη πόρτα), αλλά με έκαναν να καταλάβω πως έσφαλα: ένας είναι ο κυρίαρχος μικρόκοσμος (ο γερμανικός) και προφήτης του η Ελλάδα.
Προτρέχω (προς αποφυγήν παρεξηγήσεως – που και να γίνει, δεν πειράζει) να διευκρινίσω πως όσο κι αν προσπαθώ, υπάρχουν μέσα μου κάποιες καταβολές ως προς το πώς προσεγγίζω τους διάφορους λαούς/φυλές/έθνη, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί κυρίως μέσω της μελέτης των επιστημών και της Ιστορίας – χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποδέχομαι στερεότυπες παραδοχές, πόσω μάλλον ανυπόστατες γενικεύσεις.
Ωστόσο, κάποια πράγματα ισχύουν και ανάμεσα σε αυτά είναι και ο τρόπος πρόσληψης του λεγόμενου «αρχαίου κλέους» από τη Δύση.
Και για να δείτε ότι είμαι καλοπροαίρετη, θα χρησιμοποιήσω παραδείγματα από την πλέον επαναστατική (;), φωτισμένη (;), σίγουρα καίρια εποχή, αυτή του ουμανισμού και της Αναγέννησης, που οδήγησε σε μεγάλες αλλαγές… που μας πήραν και μας σήκωσαν (αλλά αυτό είναι άλλου πάπα ευαγγέλιο).
Τότε, το λοιπόν, έγιναν πολλά. Οχι πάρα πολλά, αλλά πολλά. Και κυρίως ικανά για να γίνουν αργότερα ακόμα περισσότερα.
Κατ’ αρχάς, παρ’ όλο που η παπική Εκκλησία ήταν στα ντουζένια της (μόλις ξεμυτούσαμε απ’ τον Μεσαίωνα, βλέπεις), άρχισαν ν’ ακούγονται φωνές για καθολική παιδεία, για τον άνθρωπο που πρέπει να είναι ο ίδιος κυρίαρχος της ζωής και της μοίρας του, για εκκοσμίκευση του κράτους και τα τοιαύτα. Καθόλου τυχαία, καθώς οι φωτισμένοι διανοητές (κληρικοί οι περισσότεροι) που τα ‘λεγαν αυτά είχαν μελετήσει αρχαίους κλασικούς.
Πώς, όμως; Ιδού η απορία (και η ειδοποιός διαφορά, όπως θα φανεί παρακάτω). Από τη μια είχαμε τον Λούθηρο που το 1517 -500 χρόνια κλείνουν φέτος- αμφισβήτησε στην κυριολεξία θεούς και δαίμονες και επέβαλε δική του παντιέρα και από την άλλη τους Καθολικούς, που ως αντίπραξη, έκαναν τη δική τους Αντιμεταρρύθμιση.
Λόγιοι της μιας και της άλλης πλευράς άρχιζαν να φτιάχνουν σχολεία και πανεπιστήμια και να μορφώνουν αναλόγως τον κοσμάκη (όχι και όλον, κυρίως άντρες και μάλιστα μιας κάποιας τάξης).
Τα μόνα κείμενα που είχαν στη διάθεσή τους ήταν αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων φιλοσόφων, ωστόσο -εδώ έγκειται η προαναφερθείσα ειδοποιός διαφορά- χρησιμοποιούσαν μόνο όσα από αυτά προωθούσαν τα χριστιανικά ιδεώδη και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, που η ουσία τους χανόταν.
Συγκεκριμένα, η εξαντλητική ενασχόληση με τη γλώσσα και τη σύνταξη των κειμένων αυτών αποσπούσε την προσοχή του μαθητή από το νόημά τους και αυτός ήταν ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος να μετατρέπονται και τα πιο επαναστατικά κλασικά κείμενα σε εντελώς ακίνδυνα.
Μα, κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει και σήμερα, στα κάθε λογής Eurogroup που μας διαφεντεύουν; Τότε η κλασική γραμματεία ήταν στην υπηρεσία του «χριστιανικού ουμανισμού», όπως τον ονόμαζαν – κάτι ανάλογο και εξίσου οξύμωρο ως έκφραση με τη «νεοφιλελεύθερη δημοκρατία» που μας πλασάρουν σήμερα.
Δεν πά’ να θες να βρεις χώρο (είτε στο Μετρό είτε στα θεσμικά όργανα της Ευρώπης), από δω θα το πάνε, από κει θα το φέρουν, το νόημα θα χαθεί, μαζί και η διέξοδος.
Η Ευρώπη είχε ανέκαθεν ένα θέμα αυτοπροσδιορισμού σε σχέση με την Ελλάδα. Οσο για μας, δεν ξέρω αν «ανήκομεν εις την Δύσιν», ωστόσο στους εαυτούς μας μάλλον δεν ανήκομεν. Γιατί αν «αυτοί» είναι «σχεδόν Ελληνες», τότε εμείς τι στ’ αλήθεια είμαστε;
