Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξύπνησε νωρίς. Πίσω από τις γρίλιες και τη βαριά κουρτίνα αχνόφεγγε ένα υπόλευκο φως, όπως σε κάθε χειμωνιάτικο ξημέρωμα. Δεν κοίταξε το ρολόι. Τελευταία άνοιγε τα μάτια νωρίτερα από το διαπεραστικά ενοχλητικό «ντριιιιιν» του ξυπνητηριού.

Σηκώθηκε. Ενα ρίγος έτρεξε στην πλάτη του σαν στάθηκε όρθιος. Εκανε πιο πολύ κρύο απ’ ό,τι συνήθως, αλλά ήταν μια γλυκερή παγωνιά. Πήγε στην κουζίνα. Διψούσε. Γέμισε ένα ποτήρι ώς απάνω και το άδειασε αμέσως. Κοίταξε το ρολόι της ηλεκτρικής κουζίνας. Τα κόκκινα φωτεινά ψηφία τον ξάφνιασαν: ήταν ακόμα πέντε τα ξημερώματα. «Εχω κοιμηθεί μόνο τρεις ώρες» σκέφτηκε. «Μα γιατί έχει τόσο φως;»

Από τον φωταγωγό δεν μπορούσε να καταλάβει. Πήγε στο σαλόνι, τράβηξε την κουρτίνα, άνοιξε το παράθυρο και μετά το παντζούρι. Η παγωνιά του ξημερώματος, ανάμικτη με την καθαρή μυρωδιά του βοριά, τον χτύπησε στο μέτωπο. Κοίταξε τον ουρανό. Βαρύς από τη συννεφιά και απειλητικά ιώδης. Ερχόταν χιόνι. Το μύριζε. Πλησίαζε σιγά σιγά, ευλογία και απειλή μαζί.

Ακόμη ένα ρίγος τον διαπέρασε. Στεκόταν ξυπόλητος και ξεμανίκωτος μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και περίμενε τον χιονιά. Χωρίς να βιάζεται, χωρίς να κλείσει το παράθυρο, πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ. Μετά στην κρεβατοκάμαρα. Φόρεσε τα αθλητικά παπούτσια και το μάλλινο παλτό πάνω από τις πιτζάμες.

Το φλιτζάνι με τον καυτό καφέ άχνιζε περισσότερο όσο διέσχιζε το αναζωογονημένο σαλόνι. Τράβηξε την πολυθρόνα πλάι στην μπαλκονόπορτα και κάθισε αναπαυτικά, σταυροπόδι, με τον αστράγαλο να ξεκουράζεται στο γόνατό του. Ρουφούσε μία γουλιά καφέ, μία γουλιά αέρα και δεν σκεφτόταν τίποτα. Τι πολυτέλεια…

Ο αέρας έκοβε σιγά σιγά. Οι νιφάδες άρχισαν να πέφτουν απαλά. Στην αρχή σαν διάφανο χνούδι από βαμβάκι, μετά μεγάλες και βαριές. Το χρώμα του ουρανού γινόταν όλο και πιο λευκό, τα σχήματα πιο ασαφή. Οι χιονονιφάδες πύκνωναν συνεχώς και ένα αφράτο στρώμα άρχισε να καλύπτει τη βεράντα του, το οδόστρωμα, τα δέντρα και τα πεζοδρόμια. Σε λίγη ώρα το μόνο που ξεχώριζε κάπως πιο αδρά ήταν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που είχαν ξεμείνει αναμμένα στον φούρνο απέναντι.

Η ατμόσφαιρα είχε γλυκάνει, το κρύο είχε μαλακώσει ύπουλα και το άρωμα του καφέ αναμιγνυόταν με τη μυρωδιά του αέρα. Ησυχία. Κρύωνε τώρα. Επρεπε να κλείσει, να μπει μέσα, να ζεστάνει τα δάχτυλά του και τα πόδια του. Φοβόταν όμως να κινηθεί, μήπως τρομάξει τη σιωπή του ξημερώματος, μην τυχόν αποσυντονίσει τον χορό του χιονιού. Δεν ήθελε να χαλάσει την ομορφιά. Ακόμη και οι αρτεργάτες απέναντι του φάνηκε πως δούλευαν αθόρυβα, η καπνιά στην καμινάδα είχε καμουφλαριστεί πίσω από την κουρτίνα του χιονιού, η γνώριμη μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού χανόταν.

Ανέπνευσε, γέμισε τους βρόγχους του οξυγόνο και ξεφύσηξε ηχηρά, με δύναμη. Το σύννεφο της εκπνοής του κολύμπησε λίγο στην ατμόσφαιρα πριν χαθεί. Κανείς δεν τον άκουσε. Χαμογέλασε. Εισέπνευσε και εξέπνευσε ξανά με δύναμη. Ηθελε να βλέπει την εκπνοή του να αχνίζει και να εξαϋλώνεται ξανά και ξανά – μία, δύο, πέντε φορές, ώσπου κουράστηκε.

Γαλήνη. Ηταν ακόμα νωρίς, αλλά δεν νύσταζε. Εσκυψε βαθιά μέσα στο μυαλό του. Η σκέψη του είχε καθαρίσει, ο βορινός άνεμος είχε παρασύρει κάθε θολούρα, κάθε αμφίσημη ιδέα, κάθε διφορούμενο συναίσθημα. Η λευκή ησυχία φώτιζε όλες τις σκέψεις, κι αυτές, διαυγείς και λαμπερές, του χαμογελούσαν. Τώρα ήξερε όλες τις απαντήσεις που έψαχνε, εκεί ήταν. Απλώς δεν τις είχε προσέξει νωρίτερα.

Σηκώθηκε και τεντώθηκε. Εβαλε τα χέρια του μέσα στα μαλλιά του. Ηταν παγωμένα. Αγγιξε τα μάγουλά του. Εκαιγαν. Χαμογέλασε. Ενιωθε ξαφνικά πιο υγιής από ποτέ, γερός σαν βράχος, δυνατός σαν δρυς.

Εσπρωξε την πολυθρόνα μέσα απαλά και κοίταξε πάλι το χιόνι. Χόρευε ανενόχλητο στο παιχνίδισμα του αέρα φουσκώνοντας τα λευκά λοφάκια στο έδαφος. Δεν του έδινε σημασία. Είχε ολοκληρώσει το έργο του: τον άφησε ευτυχή και αποφασισμένο να κλείσει την μπαλκονόπορτα και να ξεκινήσει την ημέρα του.