Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο θόρυβος του αεροδρομίου στην αίθουσα αναμονής ήταν μάλλον ευχάριστος. Ολος αυτός ο κόσμος που πάει κι έρχεται, που μιλάει, που γελάει.

Φοιτητές που ετοιμάζονταν για το ολιγοήμερο ταξίδι επιστροφής στα πάτρια, στους φίλους, στο παιδικό δωμάτιο και στο αξεπέραστο φαγητό της μαμάς – κι ας μη μοιάζει με κανενός σεφ, είναι το νοστιμότερο.

Λίγο πιο κάτω ένα ζευγάρι αποχωρίζεται, το καταλαβαίνεις ότι είναι αποχωρισμός και δεν έχει σημασία για πόσο: περισσότερο από λίγες ημέρες σίγουρα.

Αμηχανία και προσμονή, ελαφρά θλίψη που δεν έχει τρόπο να εκφραστεί. Ούτε δάκρυα ούτε μεγάλα λόγια. Μόνο αγγίγματα που δείχνουν πότε τρυφεράδα πότε ανάγκη από κάτι να πιαστούν, από κάτι να κρατήσουν πίσω ή να πάρουν μαζί τους.

Ενας επίπεδος και αχανής πύργος της Βαβέλ το αεροδρόμιο του «Χίθροου», σαν όλα τα διεθνή αεροδρόμια, χιλιάδες άνθρωποι, εκπρόσωποι κάθε κράτους και λαού, κάθε φυλής και χρώματος, δεκάδες λαλιές που αναμειγνύονται.

Μόνο πότε πότε, όταν κάποιος κατά λάθος σκουντουφλάει ή πατάει κάποιον άλλο, ακούς ένα «sorry» -αυτό το ξέρουν όλοι- άλλοτε βιαστικό και αδιάφορο, άλλοτε ευγενικό και με μεταμέλεια.

Καμιά φορά ακούς και άλλες συγγνώμες: «perdone» ή «disculpe» (ισπανικά), «pardon» (γαλλικά) ή λέξεις σε γλώσσες που δεν υπήρχε ποτέ η περίπτωση να καταλάβεις… Το μόνο που δεν αλλάζει είναι η διάθεση του απολογούμενου, σε αυτό δεν μπορείς να κάνεις λάθος.

Και ενώ περιμένεις την πτήση σου κουβεντιάζοντας με την παρέα σου, δεν μπορείς παρά να παρατηρείς τον κόσμο να περνάει, να κινείται, να ψωνίζει από τα αφορολόγητα, στην ίδια σειρά με καθίσματα έρχεται μια παρέα από Κινέζες κυρίες και έναν κύριο.

Οι κυρίες έχουν περάσει προ πολλού τη μέση ηλικία, μικροκαμωμένες και λεπτές, ντυμένες μάλλον συντηρητικά για τα δεδομένα της Δύσης. Ο κύριος νεότερος, γύρω στα 45.

Εκείνες δεν μπορούν να ησυχάσουν. Τιτιβίζουν διαρκώς στη γλώσσα τους, γελάνε, σηκώνονται, κάθονται.

Πότε διψούν και τρέχουν στα καφέ για νερό ή αναψυκτικά, άλλοτε θυμούνται ότι πρέπει να ψωνίσουν κάτι – ενθύμια; δώρα; κάτι για εκείνες, όπως καλλυντικά ή αρώματα; Φεύγουν, έρχονται, κάθονται, τακτοποιούν τα πράγματα στις χειραποσκευές τους.

Σαν παιδάκια σε λούνα παρκ, που δεν ξέρουν σε ποιο παιχνίδι να πρωτομπούν για να τα προλάβουν όλα.

Ο κύριος τους λέει κάτι. Εκείνες απαντούν γελώντας και απτόητες συνεχίζουν το παιχνίδι τους στο πάρκο του αεροδρομίου: καφέ, νερό, αρώματα, βόλτες, γέλια, κουβέντες, δυνατές συζητήσεις. Είναι χαρούμενες; Εχουν παρασυρθεί από το περιβάλλον; Πάντως περνούν καλά και δεν τις νοιάζει τίποτα.

Ο κύριος, ευγενής πάντα, όλο κάτι λέει, αλλά εκείνες είναι φανερό ότι δεν δίνουν σημασία. Οπότε, εγκαταλείπει την προσπάθεια.

Σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος μας. Είναι προφανές ότι θέλει να μας μιλήσει.

Προετοιμασμένες να ακούσουμε κάτι στα αγγλικά, ετοιμάζουμε ό,τι καλύτερο ξέρουμε.

«Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά είναι αεικίνητες», λέει ο Κινέζος κύριος σε άπταιστα ελληνικά.

Και ενώ είμαι έτοιμη να του πω «μα, τι λέτε, δεν πειράζει», εξίσου ευγενικά με τη δική του απολογία, τα χάνω.

Στην αρχή ψελλίζω ένα αμήχανο «δεν πειράζει» και μετά, εντυπωσιασμένη τουλάχιστον, ρωτάω κάτι, την απάντηση του οποίου γνωρίζω:

«Μιλάτε ελληνικά;»

Ο κύριος, καταλαβαίνοντας πόσο έχω παραξενευτεί, χαμογελάει.

«Εμαθα ελληνικά στο πανεπιστήμιο».

Δεν προλάβαμε να μιλήσουμε πολύ, δεν πρόλαβα να μάθω σε ποιο πανεπιστήμιο, να «εξετάσω» τα τόσο ωραία ελληνικά του, ούτε να ικανοποιήσω το αχόρταγο φίδι της περιέργειας που με τύλιξε. Είχε έρθει η ώρα να φύγω. Ανοιγε η πύλη για την πτήση προς Αθήνα.

Ομως, εμένα που μου αρέσει να διαψεύδονται οι προκαταλήψεις μου, το μόνο που μου έμεινε από εκείνο το ταξίδι, είναι αυτή η λέξη: αεικίνητες. Αυτό θυμάμαι δέκα και χρόνια μετά, μία λέξη.

Και τότε παίζω το παιχνίδι συνωνύμων. Τι σημαίνει αεικίνητες; Αοκνες, ακάματες, ακάθιστες, ακατάβλητες, ακαταπόνητες, ενεργητικές, δραστήριες… κι άλλα πολλά.

Μα σαν το αεικίνητες, λέξη καμιά.