Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο κύριος Γιούνκερ είναι συμπαθής άνθρωπος. Μιλά με την ίδια άνεση τουλάχιστον τρεις ξένες γλώσσες, έχει ένα καλοκάγαθο ύφος, του αρέσει να μιλά απλά και σταράτα και, όπως λένε, η πρόταση που είχε κάνει πέρυσι στον κ. Τσίπρα ήταν ίσως καλύτερη από όσα προέκυψαν τελικά μετά το ματαιωμένο δημοψήφισμα του ελληνικού λαού.

Η ιστορία, λέμε τώρα, θα δείξει σε ακόμη μία διατριβή, θαμμένη σε κάποια βιβλιοθήκη, του λόγου ή του έργου το αληθές.

Ο κύριος Γιούνκερ στην τελευταία παρουσία του, μια διαφήμιση για την εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε», μιλά και πάλι απλά, για την εφημερίδα αυτή, για τους Ελληνες και την Ελλάδα.

Θέματα που δεν ταιριάζουν απολύτως αλλά η παράταιρη αυτή σύνθεση έχει μια γοητεία: μαθαίνουμε ότι ο κ. Γιούνκερ διαβάζει αδιαλείπτως σαράντα χρόνια τώρα την εφημερίδα αυτή και επίσης ότι η Ελλάδα είναι ένα μεγάλο έθνος με ένα αδύναμο κράτος.

Οτι οι Ελληνες έχουν επιδείξει καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων και ότι νιώθει δικαιωμένος που ο τιμοκατάλογος της ταβέρνας, όπου δίνει τη συνέντευξη, έχει τιμές σε ευρώ, αφού η φυσική θέση της Ελλάδας είναι κατ’ αυτόν στην Ευρώπη.

Η εικόνα αυτή της Ελλάδας επιχειρεί άραγε να υποκαταστήσει την άλλη, τη θλιβερή, που τόσο συστηματικά έχει χτιστεί τα τελευταία χρόνια;

Είναι πράγματι μια άλλη εικόνα ή συνεχίζει την παλιά από την πλευρά τώρα της επιβράβευσης του κακού παιδιού που τιμωρήθηκε δίκαια αλλά τώρα που έμαθε να υφίσταται την τιμωρία ως κανονικότητα, του πρέπει και λίγη συμπόνια με θέα τη θάλασσα;

Ενα πρόσφατο βιβλίο με τίτλο «Ελληνες διεφθαρμένοι, τεμπέληδες και απείθαρχοι» του Θωμά Τσακαλάκη στις προσεγμένες εκδόσεις Σμίλη έρχεται να μας θυμίσει το πόσο συστηματικά και με ποια παλιά και νεότερα υλικά χτίστηκε η θλιβερή και τιμωρητική εικόνα της χώρας μας (από τις αρχές του 2010 μέχρι και το τέλος του 2013).

Μέλος μιας ερευνητικής ομάδας του Εργαστηρίου Τεχνών και Πολιτιστικής Διαχείρισης του Τμήματος ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Θωμάς Τσακαλάκης είχε αναλάβει να ερευνήσει την εικόνα της Ελλάδας όπως παρουσιάστηκε στον βρετανικό Τύπο, με έμφαση στα πολιτισμικά στερεότυπα.

Τα ποσοτικά στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα αυτή, η οποία έγινε με τη χορηγία του τέως πρύτανη Μιχάλη Σταθόπουλου, τα επεξεργάστηκε με τη βοήθεια θεωριών για την κοινή γνώμη και τη χρήση των στερεοτύπων του Λίπμαν, σύμφωνα με τον οποίο, «πρώτα ορίζουμε και μετά βλέπουμε».

Αλλά το βιβλίο αναλύει και συζητά και άλλες αντιτιθέμενες αντιλήψεις για τα στερεότυπα, αξιοποιώντας και προσεγγίσεις όπως του Μπαρτ αλλά και του Ντεμπόρ για την «κοινωνία του θεάματος». Θεάματος μέσα στο οποίο λοιδορούντες και λοιδορούμενοι είμαστε τόσο συχνά εγκλωβισμένοι.

Σχεδιάζοντας την έρευνα αυτή γνωρίζαμε την εκστρατεία που είχε εξαπολυθεί, κυρίως από τους Γερμανούς, με τη χρήση στερεοτύπων για τους Ελληνες: τους απατεώνες, τους διεφθαρμένους, τους ψεύτες, τους ενόχους που τα ρίχνουν στους άλλους, τους βρόμικους, τους μολυσμένους, που δεν δουλεύουν παρά μόνο χορεύουν σαν τον Ζορμπά.

Στην απαξίωση τόπου και ανθρώπων συνέβαλαν (και συνεχίζουν να συμβάλλουν) και πολλοί Ελληνες. Εννοείται ότι υπήρξαν (και υπάρχουν) και οι αντίθετες φωνές, ξένων και Ελλήνων, που καταδεικνύουν τον παραπλανητικό ρόλο των στερεοτύπων.

Οσο ακόμα διαρκούσε η έρευνα, εδραιώθηκε μέσα μου η βεβαιότητα ότι ο καταιγισμός αυτός των στερεοτύπων ήταν κατευθυνόμενος και πολιτικά αξιοποιήσιμος. Ωστόσο, ομολογώ ότι διαβάζοντας το βιβλίο του Τσακαλάκη, με τη χαρισματική γραφή του και τη δέουσα απόσταση, ένιωσα και πάλι αυτήν τη δυσανεξία για τη διαστρέβλωση της εικόνας ενός τόπου και των ανθρώπων του:

Δεν υπάρχει καταραμένος λαός και, όποτε εμφανίζεται κάποιος, είναι για να λειτουργήσει ως αποδιοπομπαίος τράγος, φαρμακός, για να κουβαλήσει στους ώμους του το μίασμα που θα επιτρέψει την οποιαδήποτε εκδήλωση βίας εναντίον του με στόχο την ενσωμάτωση της ενοχής.

Η στερεοτυπική εικόνα του άλλου είναι εύκολο να δημιουργηθεί και μάλιστα για λόγους προπαγάνδας και πολύ δύσκολο να αντικατασταθεί από μια άλλη. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα που οι πολιτισμικές μας αξίες αλλά και η αξία μας σε ευρώ έχουν κατρακυλήσει σε σημαίες ευκαιρίας.