Εκανα δύο εβδομάδες να αδειάσω εντελώς τη βαλίτσα των διακοπών. Η φτηνή δικαιολογία ήταν ότι αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει με τάξη.
Να πλυθούν τα ρούχα με τα αντίστοιχα χρώματα, να τακτοποιηθούν στα συρτάρια και στην ντουλάπα με τη σωστή σειρά, ώστε με την πρώτη ευκαιρία να τα βρω, να τα πετάξω μέσα και να φύγω. Οπου, όποτε και αν προκύψει, αν τα πράγματα έρθουν ευνοϊκά…
Σχεδόν είχα πείσει κι εμένα την ίδια: αργά αργά και με τάξη. Ψέματα. Αφορμή για χασομέρι έψαχνα. Αλλωστε, από τη στιγμή που επέστρεψα, τα γεγονότα και η σαρωτική επικαιρότητα δεν μου άφησαν πολλά περιθώρια για ανασκοπήσεις.
Οσο και αν τις ώρες της επιστροφής από τη δουλειά στο σπίτι με τον ηλεκτρικό κλείνω τα μάτια και τα αυτιά και προσπαθώ να ανακαλέσω τους ήχους του νησιού, τις μυρωδιές, τις εικόνες, τα συναισθήματα.
Τελευταία βγήκαν τα βιβλία, είχα πάρει τρία μαζί – υπέρμετρη φιλοδοξία για δέκα μόλις ημέρες, το ξέρω. Καμιά φορά όμως η λαχτάρα να κάνεις ό,τι δεν προλαβαίνεις τον υπόλοιπο καιρό δεν αφήνει το μάτι να χορτάσει. Το ένα το έφερα πίσω ανέγγιχτο, μόνο μια βόλτα ώς την παραλία πρόλαβε να πάει. Δεν βγήκε καν από την τσάντα.
Εσπευσα να με ψέξω:
«Πότε θα βρεις πάλι τόσο ελεύθερο χρόνο μαζεμένο; Πού θα βρεις τόσο ορίζοντα να ξεκουράσεις τα μάτια σου από την ανάγνωση; Ή μήπως περιμένεις ότι, με την ταχύτητα που παίρνει ανάποδες στροφές ο κόσμος αυτό το καλοκαίρι, θα καταφέρεις να ξαναδιαβάσεις με ηρεμία;»
Η μέσα φωνή ήταν αμείλικτη. Αποφασισμένη να μην της δώσω σημασία, πήρα τα βιβλία, το ένα δανεικό, και άρχισα να τα τακτοποιώ.
Πρώτα αυτό που άφησα παραπονούμενο: το χάιδεψα λίγο στη ράχη και το άφησα στο κομοδίνο. Δίπλα στο φωτιστικό, για να μην το ξεχάσω. Και με την άρρητη υπόσχεση ότι όσα απογεύματα μπορώ, στο ημίφως, με το μισόκλειστο παντζούρι, θα το διαβάσω. Λίγο λίγο, σελίδα σελίδα, αράδα αράδα.
Εβαλα το δανεικό βιβλίο στην τσάντα, έπρεπε να επιστραφεί στην ιδιοκτήτρια. Είχε τόσο δίκιο όταν μου είπε ότι έπρεπε να το διαβάσω.
Και τελευταίο άφησα το δικό μου. Αυτό το ξεφύλλισα λίγο πιο προσεκτικά, ψάχνοντας να βρω ούτε κι εγώ ήξερα τι. Ομως καθώς πέρναγα τα δάχτυλά μου από τις σελίδες, από την κορυφή έως τη βάση του, κόκκοι άμμου κόλλησαν στο δέρμα μου.
Κόκκοι άμμου από τη Νιο. Τους είχε βάλει εκεί ο αέρας που σήκωνε την ελαφριά αμμουδιά και την πασπάλιζε όπου να ’ναι. Πασπάλισε και τα βιβλία μου.
Ανοιξα και το δανεισμένο βιβλίο, άμμο είχε κι εκείνο ανάμεσα στις σελίδες του. Ψιλή, ξανθή άμμο. Πήγα να τα καθαρίσω, αλλά τελικά τα άφησα έτσι. Και τα δύο.
Τι πειράζει λίγη άμμος σε ένα βιβλίο που διάβασες στις διακοπές; Δεν θα πάρεις χαρά όταν τον χειμώνα, αυτόν ή τον επόμενο, σε ανύποπτο χρόνο, αναζητήσεις κάτι και η άμμος σε περιμένει εκεί;
Οι φωτογραφίες, ναι, σου θυμίζουν πράγματα, αλλά ποτέ δεν θα αντικαταστήσουν αυτό που βλέπει το μάτι. Ισως γιατί, εκτός από τις μοναδικές ιδιότητες του ανθρώπινου φακού, την ίδια στιγμή λειτουργούν και οι υπόλοιπες αισθήσεις: η ακοή, η αφή, η όσφρηση, ενδεχομένως και η γεύση.
Δεν είναι μόνο το θυμάρι που τρυγούν οι μέλισσες, και εσύ παρακολουθείς το θαύμα τους, ούτε η θέα της θάλασσας από ψηλά που αλλάζει χρώματα με την αργή κίνηση του ήλιου, είναι οι μυρωδιές από τα βότανα, ο ήχος του αέρα, το χάδι του.
Ανοιξα και το αδιάβαστο βιβλίο μου. Ελάχιστοι κόκκοι άμμου είχαν δολίως τρυπώσει κι εκεί… Τι καλά. Πήρα κάτι από το νησί μαζί μου. Αυτό το καλοκαίρι είναι ακόμη εδώ κι εγώ μπορώ να το αγγίζω.
