Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ερνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ, που γεννήθηκε τον τελευταίο Ιούλιο του 19ου αιώνα, στις 21 του μήνα, με τα λόγια που τόσο περίτεχνα τοποθετούσε πάνω στο χαρτί, μάγεψε τόσες δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, γεμίζοντας τόσες σελίδες χαρτί, που κι αυτές χάρη στα τυπογραφικά στοιχεία που μετέφεραν τον κόπο του πνεύματος, αλλά κυρίως της ψυχής του, απέκτησαν νόημα.

Εγιναν το όχημα προς μια γνώση που κρυβόταν πίσω από τη λογοτεχνία, για την αγάπη σε ιδανικά, για τον έρωτα που γίνεται η κινητήριος δύναμη και η αιτία της καταστροφής. Αλλά και για την ικανότητά μας να καταστρέφουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, κυνηγώντας το άπιαστο, γιατί άπιαστο εμείς το αφήσαμε να γίνει.

Θυμάμαι ακόμα τη φορά που είδα στην τηλεόραση το «Ο γέρος και η θάλασσα» (1958), του Τζον Στάρτζες με τον Σπένσερ Τρέισι. Τον υπέρ πάντων αγώνα του Κουβανού γερο-ψαρά Σαντιάγο να πιάσει το μεγαλύτερο ψάρι που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Και εκείνο το κουφάρι που τελικά κατόρθωσε να φέρει στην ξηρά, μετά τον αγώνα του με τους καρχαρίες, που τελικά το κατασπάραξαν.

Και όμως, ακόμα και τώρα δεν μπορώ να αποφασίσω τι ήταν αυτό που απογοήτευσε τον ήρωα όταν έμεινε ξέπνοος στην παραλία με το τεράστιο ψαροκόκαλο δεμένο στα πλευρά της βάρκας του. Είχε νικήσει, οι τρεις ημέρες του αγώνα του είχαν καρποφορήσει: επικράτησε στην άγρια θάλασσα, κέρδισε το τρόπαιό του και κατά κάποιον τρόπο το έφερε πίσω μαζί του.

Κατάφερε να αποδείξει την αλήθεια του, το μέγεθος της ικανότητάς του, κι ας έχασε την κατά τα άλλα πολύτιμη σάρκα του ψαριού.

Ισως να έφταιξαν οι καρχαρίες, που του απέδειξαν ότι πάντα υπάρχει κάποιος πιο δυνατός. Ισως πάλι να συνειδητοποίησε τη δική του Ιθάκη, το τέλος του ταξιδιού και τι αυτό σημαίνει.

Γι’ αυτό ήταν σημαντικός νομίζω ο Χέμινγουεϊ, γι’ αυτό του δόθηκε το Νόμπελ. Πέρα από την αμεσότητα της γραφής του, κατόρθωσε να φτάσει, όπως όλοι οι μεγάλοι, σε εκείνο το κομμάτι της ψυχής που ακόμη κι εμείς οι ίδιοι φοβόμαστε να ψάξουμε.

Κάτι ήξερε κι ο ίδιος. Αν και κοσμοπολίτης, μπον βιβέρ, υπήρξε επί χρόνια μάχιμος δημοσιογράφος. Χρησιμοποίησε τη γνώση του, τις ιστορίες των ανθρώπων που γνώρισε, την ίδια την Ιστορία ενός πλανήτη που στα χρόνια του φλεγόταν, τα λάθη και τα επιτεύγματά του, σαν εργαλείο που καλλιέργησε μια γόνιμη γη.

Αυτά που ένιωθε και δεν μπορούσε να μεταδώσει στις (σχεδόν λογοτεχνικές) ανταποκρίσεις του, γίνονταν σπόρος για τα αριστουργήματά του, όπως το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα», ένα τραγούδι για όσους μάχονται για ένα ιδανικό.

Στις συνεντεύξεις που τόσο σπάνια έδινε, τον ρωτούσαν αν τα πρόσωπα για τα οποία έγραφε ήταν αληθινά. Μάλλον θύμωνε με την ερώτηση, διότι κανείς δεν φαινόταν να καταλαβαίνει ότι πήγαινε πέρα από τα πρόσωπα, πέρα από τα γεγονότα, ότι το κάθε έργο του ήταν «κάτι», μικρό ή μεγαλύτερο, από την πραγματικότητα, μαζί με όλο αυτό που λέγεται συγγραφικό ταλέντο και που τόσο διαφέρει από δημιουργό σε δημιουργό.

Αλλωστε και ο ίδιος είχε τόσα βιώματα για να εμπνευστεί, τόσα πάθη για να πολεμήσει και τόσα λάθη για να θυμάται. Λένε μάλιστα ότι οι περισσότερες γυναίκες για τις οποίες γράφει είναι εκδοχές της πρώτης του γυναίκας, Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον, την οποία από δικό του λάθος έχασε, αλλά και δεν ξεπέρασε ποτέ.

Οταν το διάβασα αυτό, ο νους μου πήγε κατευθείαν στα «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο». Αν και εγώ μπορεί να πέφτω στην ίδια παγίδα με όσους έκαναν εκείνη την ανόητη ερώτηση.

Και ίσως για όλα αυτά, έναν άλλο Ιούλιο, το 1961, έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του, τσακισμένος από την κακή υγεία, το υπερβολικό αλκοόλ και την κατάθλιψη. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα μπορούσε να έχει ένα συμβατικό τέλος.