Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν μπορώ να συγκρατήσω τον νου που τρέχει στο καλοκαίρι, στις ώρες της γλυκιάς ραστώνης κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, αγκαλιά με ένα βιβλίο. Για μένα ειδικά, με τις σκοτεινές ιστορίες μυστηρίου, σε χώρες άλλες, τόσο διαφορετικές από αυτήν εδώ.

Αυτό που περισσότερο μου αρέσει είναι τα καταγώγια. Εκείνα τα μπαρ τα σκοτεινά, χώροι-κλειδί για την εξέλιξη της ιστορίας, που δεν εκπέμπουν τίποτα το λόγιο, το λογοτεχνικό, που να αποπνέει υψηλά συναισθήματα.

Και όμως, οι υπέροχα τοποθετημένες λέξεις στη σειρά είναι γεμάτες υφέρποντα μυστικά, κρυφές ιστορίες και αγωνιώδη βλέμματα.

Σε αυτούς τους καταραμένους χώρους που το πάτωμα είναι γεμάτο από τσόφλια φιστικιών, στα τραπέζια τους δεν γράφει κανείς στιχάκια, ο καφές είναι επιεικώς μέτριος, τα ποτά ίσως δεν είναι και τόσο καθαρά και ο μπάρμαν μοιάζει με μαφιόζο που έχει συνταξιοδοτηθεί.

Τι θα ήταν η λογοτεχνία χωρίς αυτά… Τι θα ήταν οι συγγραφείς και οι ποιητές χωρίς αυτά…

Ισως γιατί μέσα στους ρυπαρούς τοίχους τους, πάνω στα λιγδιασμένα τραπέζια τους, στις ταλαιπωρημένες καρέκλες τους, όλα όσα συμβαίνουν μπορούν να είναι αληθινά.

Θυμηθείτε τον όμορφο νέο που περιγράφει ο Καβάφης στις «Μέρες του 1908», που «βρέθηκε χωρίς δουλειά· / και συνεπώς ζούσεν απ’ τα χαρτιά, από το τάβλι, και τα δανεικά».

Στις «Βιταμίνες» του Ρέιμοντ Κάρβερ, η ιστορία κλείνει σε ένα καταγώγιο, όπου οι θαμώνες κρύβουν το μπουκάλι κάτω από το παλτό τους και παραγγέλνουν μόνο κόκα-κόλα για να την αναμίξουν με το ποτό. Στους καβγάδες που ξεσπούν -για φαινομενικά επουσιώδεις λόγους-, μποτίλιες σπάνε στα κεφάλια των πελατών, κάποιοι πεθαίνουν από μια ύπουλη μαχαιριά, ενώ άλλοι «λιώνουν» από το κακής ποιότητας αλκοόλ, χαμένοι σε μια ζωή που δεν θα γυρίσει ποτέ πια.

Αναρωτιέσαι, πώς μπορούν να περιγράψουν οι μάστορες της πένας όλα αυτά και να σε κάνουν να μυρίσεις τον καπνό, τις μεθυσμένες ανάσες και να ακούσεις τους αλλοιωμένους ήχους της μουσικής, πίσω από τον θόρυβο και τους ψιθύρους. Ισως γιατί έστω και κάποιο διάστημα της ζωής τους θήτευσαν μέσα σ’ αυτά.

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, που κάποτε τον χαρακτήρισαν τον «πιο μεθυσμένο συγγραφέα της Αμερικής», συνήθιζε να λέει ότι «πίνεις ένα ποτό, το ποτό πίνει ένα ακόμη ποτό και μετά το ποτό σε πίνει».

Ο Φόκνερ, πάλι, είχε πει πως «ο πόλεμος και το αλκοόλ είναι τα μοναδικά δύο πράγματα που ο άνθρωπος θα έχει πάντα λεφτά για να αγοράσει». Αν κοιτάξει κανείς τον κόσμο, μάλλον θα συμφωνήσει…

Αλλά θυμηθείτε και τον Μπόρχες του μαγικού ρεαλισμού, που δεν μπορούσε παρά να τιμήσει την ιερή παράδοση: στον «Νότο» του, η ιστορία τελειώνει σε εκείνο το σκοτεινό καλύβι-χαμαιτυπείο, όπου τα στιλέτα σφυρίζουν στον αέρα, το πνίγουν καπνοί και οι καταραμένοι θαμώνες, απαθείς, πετάνε κάτω κομματάκια ψίχας ψωμιού.

Φυσικά, υπάρχει και ο Πολ Οστερ. Σχεδόν σε όλα τα βιβλία του υπάρχει ένα ξεχασμένο μπαρ, γεμάτο καπνούς από τσιγάρα που δυσκολεύουν τα μάτια να δουν απέναντι, τα τραπέζια του φέρουν σημάδια του χρόνου και παλαιών περιστατικών βίας, ενώ το πάτωμά του τρίζει.

Σε εμένα, που ψάχνω στις ιστορίες τις μικρές λεπτομέρειες που αλλάζουν τον ρουν των γεγονότων, αγαπημένος μου είναι ο Χέμινγουεϊ, άριστος παρατηρητής των ανθρώπων, παθός και ο ίδιος. «Πάντα να κάνεις ξεμέθυστος αυτά που έλεγες μεθυσμένος. Ετσι θα μάθεις να κρατάς το στόμα σου κλειστό», ήταν το μότο του. Απόφθεγμα που μάλλον «πάει» και σε κάθε άλλη ενθουσιώδη κατάσταση που μπορεί να μας παρασύρει.

Αλήθεια, τι θα ήταν η λογοτεχνία χωρίς τα βρόμικα, καταραμένα μπαρ; Μάλλον θα ήταν κατά τι ελλιπής. Και οι συγγραφείς φαντάζομαι…

Και τι να πεις για τους αναγνώστες. Ειδικά για όσους από εμάς διάγουμε έναν άλλο, περισσότερο βαρετό και «ενάρετο» βίο. Εμάς που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων ζούμε ό,τι δεν μπορέσαμε, δεν προλάβαμε, δεν τολμήσαμε ή έστω δεν έτυχε να ζήσουμε.