Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συντριπτικό ποσοστό των ερωτηθέντων, διαπιστώνει η πρόσφατη δημοσκόπηση της «Εφ.Συν.», απεχθάνεται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και επιθυμεί την αποχώρησή του από το κουαρτέτο διαπραγμάτευσης με τη χώρα μας, στο οποίο μετέχει μαζί με την ευρωπαϊκή τρόικα.

Επισφραγίζοντας τη φραστική διαμάχη που ξεκίνησε μετά την κοινοποίηση των απόψεων Τόμσεν από τα Wikileaks, ο Ελληνας πρωθυπουργός μιλά και πάλι στη συνέχεια σε αυστηρή και καυστική γλώσσα προς το ΔΝΤ υποδεικνύοντας ότι πρέπει είτε να συμμορφωθεί στοιχειωδώς με τις ανθρωπιστικές αξίες και όσα απορρέουν από αυτές είτε να φύγει. «Μήπως ξαναζώ σε μικρογραφία το δημοψήφισμα;» σκέφτομαι.

Μήπως το «όχι» στο ΔΝΤ του δείγματος αυτού, μικρού μεν, πλην όμως ενδεικτικού, του λαού μας θα κάνει αυτό που δεν έκανε το άλλο, το μεγάλο; Ή μήπως όλο αυτό το σκηνικό θυμίζει όλο και πιο πολύ όχι πολιτικό διάλογο αλλά εικόνες και λόγια που βγαίνουν από τον εικονικό, επαναλαμβανόμενο κόσμο των video games;

Αυτό που η ελληνική κυβέρνηση μας αφήνει να καταλάβουμε είναι πως οι απόψεις Τόμσεν, που, αν εξαιρέσουμε τα περί «χρηματοπιστωτικού γεγονότος», δεν λένε κάτι το διαφορετικό από όσα έλεγε το ΔΝΤ ώς τώρα, συνιστούν επίθεση όχι μόνον κατά της Ελλάδας αλλά και κατά της Ενωμένης Ευρώπης.

Ιδιαίτερα μάλιστα κατά της καγκελαρίου Μέρκελ, για την οποία μας αφήνουν να εννοήσουμε ότι αποτελεί, όχι το πρόσωπο που κατακεραυνώναμε, αλλά σημαντικό –έστω και με συγκρατημένο τρόπο– σύμμαχό μας.

Στην τελευταία επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ο κ. Βαρουφάκης έγραφε ότι η διάκριση μεταξύ ΔΝΤ και λοιπών εταίρων είναι μια αυταπάτη και ότι επί της ουσίας αυτοί τελικά δρουν με σύμπνοια όταν πρόκειται να μας επιβάλουν όσα επιθυμούν. Αλλά μάλλον τέτοιες απόψεις δεν μοιάζει να μας ανησυχούν.

Αισθάνομαι ότι όλο και πιο μεγάλο μέρος του συνολικού πολιτικού διαλόγου κινείται στο επίπεδο όχι των πραγματικών προβλημάτων και προτάσεων αλλά του εντυπωσιασμού, αναπαράγοντας τα βασικά στοιχεία της ρητορικής που κυριάρχησε από την εποχή του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015.

Το ένα κόμμα αντιπαρατίθεται στο άλλο, ο ένας υπουργός του κυβερνώντος κόμματος διαφωνεί με τον άλλο υπουργό της κυβέρνησης, είτε και με τον ίδιο τον εαυτό του, με τα όσα έλεγε μόλις χτες ή όσα πράττει σήμερα, περισσότερο για να προωθήσει ή να σώσει την εικόνα του, παρά για να προτείνει λύσεις για την οικονομική και κοινωνική βόμβα που έχει ήδη από καιρό απασφαλισθεί.

Ο κύριος Μητσοτάκης, που ζητά εκλογές αλλά μοιάζει να προτιμά να πάρει την εξουσία όταν άλλοι θα έχουν κάνει τη βρόμικη δουλειά, είναι ίσως αυτός με τον πιο σαφή λόγο.

Υποστηρίζει πως πρέπει να αφήσουμε τα προσχήματα και να εφαρμόσουμε κατά γράμμα όσα «συμφωνήσαμε» με τους «εταίρους» και όσα ακόμα θα μας επιβάλουν, μόνον που ξεχνά να μας πει το πώς μια κοινωνία με λεηλατημένο πλούτο, φτωχοποιημένους ανθρώπους και θηριώδη προβλήματα όπως το προσφυγικό θα ανακάμψει ή έστω θα επιβιώσει.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία στην οποία ομνύει χρειάζεται ανθρώπους που να στέκονται στα πόδια τους για να μπορούν να την πάρουν, όσο για την ψευδαίσθηση της αυτορρύθμισης της αγοράς, αναδεικνύεται σε μία ακόμα δυστοπία, της οποίας τα τραγικά αποτελέσματα υφίσταται όλος ο πλανήτης. Το μοντέλο αυτό νοσεί.

Στο μεταξύ, τα νέα για τα μέτρα που πρόκειται να εφαρμοστούν σχετικά με τις συντάξεις, τους μισθούς, τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, τα «κόκκινα» δάνεια, την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και άλλα ακόμα είναι απλώς εφιαλτικά.

Οπως και πολλοί άλλοι που ανήκουν στον πάντοτε ευκολόπιστο λαό μας, είχα και εγώ αναρωτηθεί μήπως η πρωθυπουργική δήλωση ότι με το Πάσχα θα έρθει και η ανάσταση της οικονομίας μας έκρυβε κάποιες βασισμένες σε στοιχεία προσδοκίες.

Ξημερώματα της Τρίτης μάθαμε από τον κ. Τσακαλώτο ότι η διαπραγμάτευση «έπαυσε». Περίεργη λέξη, που αν όντως τη χρησιμοποίησε ο υπουργός παραπέμπει συνειρμικά σε μία άλλη παύση, αυτή των πληρωμών. Λέξη που μάλλον δεν επιβεβαιώνει τις ευχές περί Ανάστασης, αλλά προαναγγέλλει μια ακόμα πρόωρη και άκρως παρατεταμένη και ταπεινωτική Εβδομάδα των Παθών.