Η νύχτα μιας εξουθενωτικής καθημερινής στην πόλη μετά τη δουλειά έχει λίγες χαρές να προσφέρει. Ανθρωποι, βιαστικοί και σκυθρωποί σαν κι εμένα, τρέχουν να προλάβουν τον τελευταίο συρμό -ή έστω τον προτελευταίο- για τον Πειραιά ή την Κηφισιά, για το Μαρούσι ή τα Πετράλωνα, τη Νέα Ιωνία ή τον Ταύρο.
Μια παρέα παιδιών, έφηβοι σε σχολική εκδρομή από μια άλλη πόλη, φωνάζουν και γελάνε ενώ περπατούν συνοδεία καθηγητών στη φωτισμένη οδό Ερμού, που κι αυτή περιμένει να περάσει η ώρα, να ησυχάσει.
Ενας πλανόδιος μουσικός, με κάπως μακριά μαλλιά, ριγέ μπλουζάκι, εκεί γύρω στα 30, με μικρόφωνο και ενισχυτή, μάλλον, πιάνει κουβέντα στα παιδιά.
«Από πού είστε;»
«Από τη Λάρισα».
«Εκδρομή με το σχολείο;»
«Δεν φαίνεται;» απαντά με ερώτηση μiα χαριτωμένη κοπέλα και δείχνει με το βλέμμα το ζευγάρι των καθηγητών που τους ακολουθεί.
«Αντε, να σας πω ένα τραγούδι, αλλά μαζί με κάποιον από σας. Ποιος έχει καλή φωνή απ’ όλους;»
Ακούγεται ένα όνομα, κάποιον σπρώχνουν μπροστά, δεν μένω να δω, ούτε να ακούσω.
Προχωρώ προς το τρένο. Δώδεκα παρά. Βιάζομαι.
Βαδίζω προς την Καπνικαρέα, όταν νότες από μια κιθάρα αρχίζουν να γητεύουν τα αυτιά μου.
Κι ύστερα μια φωνή, βαθιά, καθαρή, αντρική και μελωδική, χωρίς κομπιάσματα, χωρίς περιττά τσαλίμια, τίποτα. Ρέει σαν κρυστάλλινο νερό.
«Ολα του κόσμου τα πουλιά/
όπου κι αν φτερουγίσαν/
όπου κι αν χτίσαν τη φωλιά/
όπου κι αν κελαηδήσαν…»
Βαδίζω αργά, στη δεξιά πλευρά του πεζόδρομου, ενώ αναζητώ στο μυαλό μου την πρώτη φορά που άκουσα το τραγούδι. Μου θυμίζει κάτι, αλλά…
Και ενώ αναρωτιέμαι για την ταυτότητα του τραγουδιού, το βλέμμα μου ψάχνει τον τραγουδιστή.
«Εκεί που φτερουγίζει ο νους/
εκεί που ξημερώνει/
μαργώνουν τα πουλιά της γης/
κι ούτε ένα δεν ζυγώνει…»
Τον βλέπω σχεδόν με την άκρη του ματιού στην άλλη πλευρά του πεζόδρομου. Είναι ένα νέο παιδί, καθισμένο χαμηλά, με μια κιθάρα. Πρόσωπο καθαρό, σοβαρό, με μια μαύρη κοντοκουρεμένη γενειάδα. Κοιτάζει κάτω, ίσως και να έχει κλειστά τα μάτια. Ρούχα απλά, «κολεγιακά»: πουκάμισο, πουλόβερ, ένα τζιν παντελόνι.
Προχωρώ στον δρόμο μου, όμως, δεν σταματώ.
«Ω, ω, ω, ω, /
Σαν αερικό θα ζήσω/ ω, ω, ω, ω,/
σαν αερικό…» Μα, ναι. Αυτό είναι το τραγούδι, κάποτε το αγαπούσα πολύ.
Τον έχω προσπεράσει κι ενώ σκέφτομαι πως πρέπει να γυρίσω πίσω, ότι σε αυτόν πρέπει κάτι να αφήσω, κάτι να πω για την τόσο καλή φωνή, για την τόσο ωραία ερμηνεία. Δεν κάνω τίποτα. Προχωρώ για το τρένο. Βιάζομαι.
Σύντομα η φωνή του έχει σκορπίσει στην απόσταση. Ψιθυρίζω τα λόγια: «Ανάσα είναι καυτερή/ και στέπα του Καυκάσου/ η σκέψη που παραμιλά/ και λέει τα όνειρά σου…»
Στην αρχή στενοχωριέμαι που δεν του έδωσα τίποτα. Ενα πενηντάλεπτο από το πορτοφόλι μου, ένα ευρώ. Τι αξία έχει ένα ευρώ.
Και ύστερα πάλι σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τιμή να πληρώσεις αυτήν τη μαγική στιγμή. Ενα ευρώ ή πέντε ευρώ ή είκοσι ακόμη ίσως να ήταν και προσβολή. Σε αυτό το παιδί θα άξιζε μια μουσική σκηνή όπου να μπορέσει να αναγεννήσει αυτήν τη μυσταγωγία. Αλλά αυτό είναι πέρα και πάνω από τις δικές μου δυνάμεις. Ισως και να μην τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Ποιος ξέρει.
Αφησα το τρένο να κάνει τη δουλειά του, να με πάει στο σπίτι μου, και το τραγούδι να με συντροφεύει.
«Οσες κι αν χτίζουν φυλακές/
κι αν ο κλοιός στενεύει/ ο νους μας είναι αληταριό/
που όλο θα δραπετεύει…»
Ω, ω, ω, ω, /
Σαν αερικό θα ζήσω/ ω, ω, ω, ω,/
σαν αερικό…
■ «Αερικό», στίχοι-μουσική Θανάσης Παπακωνσταντίνου
