Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα παιδικά μου χρόνια, όταν αρκετά νταμάρια ήταν ακόμα σχετικά κοντά στο κέντρο της Αθήνας, σε διάφορες ώρες της μέρας ακουγόταν κάποτε ένας δυνατός ήχος, ανησυχαστικός σαν κεραυνός, που έμοιαζε να κατρακυλά από ψηλά.

Ηταν ο ήχος από τις εκρήξεις των φουρνέλων –φορτίων δυναμίτιδας– που οι εργάτες, με κίνδυνο της ζωής τους, έμπηγαν και πυροδοτούσαν για να ξεκοιλιάσουν τα σπλάγχνα του βράχου και να θρέψουν την οικοδομική άνθηση που θεωρούσαν τότε ότι θα γιατρέψει τις πληγές της χώρας δίνοντας σε πολλούς κυνηγημένους ανώνυμο καταφύγιο στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο.

Αλλά θεωρούσαν επίσης μέσα στη γλύκα του κέρδους πως η ανοικοδόμηση αυτή θα διαρκέσει για πάντα. Κάπως έτσι το Λεκανοπέδιο γέμισε στρατιές γκρίζα εξαμβλώματα – μιλάμε για τις πολυκατοικίες που ο κατά τα άλλα αξιοσέβαστος Ηλίας Ηλιού είχε υμνήσει παλαιότερα στο πολύ ατυχές δοκίμιό του «Κουτίων εγκώμιον».

Και, επίσης, έτσι το αθηναϊκό τοπίο γέμισε το ίδιο αθεράπευτες πληγές, που οι ιθύνοντες δεν κατάφεραν ούτε καν να μακιγιάρουν φυτεύοντας στη βάση τους κάποια φιλότιμα αναρριχητικά φυτά που φαίνεται ότι θα μπορούσαν να κρύψουν κάτι λίγο από την ασκήμια.

Ο αγαπημένος Μίνως Βολανάκης πέρασε στην αντεπίθεση με τα όπλα του ταλέντου, τα μόνα που μένουν όταν η εκσυγχρονιστική μωρία και βαναυσότητα σαρώνει τα πάντα.

Επεισε την εξουσία του Πολιτισμού -τη Μελίνα αν θυμάμαι καλά που ήξερε να μη γίνεται ένα με την καρέκλα της- να γίνουν κάποια τουλάχιστον νταμάρια χώροι πολιτισμού.

Χάρη στους δυο τους κάποια άθλια αθηναϊκά νταμάρια μπήκαν σε έναν αναπάντεχο διάλογο με το κοίλον των αρχαίων μας θεάτρων, χωρίς αυτό να χλευάζει το παλιό ούτε να γελοιοποιεί το καινούργιο.

Και καθώς από τα νταμάρια αυτά πέρασαν και περνούν ο ίδιος ο Βολανάκης, ο Πίτερ Μπρουκ, ο Δήμος Αβδελιώδης, η Ρούλα Πατεράκη και άλλοι, για κάποιες –λίγες οπωσδήποτε– μαγικές ώρες το ταλέντο πήρε την εκδίκησή του απέναντι στην κυρίαρχη ασκήμια.

Προχτές μεσημέρι παρακολούθησα ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ σε κανάλι της γαλλικής τηλεόρασης. Δεν συγκράτησα τίτλο και συντελεστές. Αλλά καταγράφω τις αντιδράσεις που μου γέννησε.

Αντίκρισα μια έκπαγλη μαρμάρινη πρόσοψη με άψογες κάθετες και οριζόντιες γραμμές, μνημειακές πύλες και επιβλητικούς πεσσούς, δηλαδή ορθογώνιους κίονες και αντίστοιχα υπέρθυρα να τις πλαισιώνουν.

Πίστεψα ότι επρόκειτο για γυρίσματα από την ινδική Ελόρα, τον γιγαντιαίο ναό του θεού Σίβα τον σκαλισμένο ολόκληρο σε ένα μονόλιθο, είτε από τις αιγυπτιακές Θήβες.

Αλλά ήταν κάτι άλλο εξίσου συγκλονιστικό: ένα νταμάρι κάπου στη Γαλλία. Ο ιδιοκτήτης εξηγούσε ότι αυτός, όπως και ο πατέρας του μισό αιώνα πριν σκάβουν στον βράχο με προσοχή, με στοργή, με ευαισθησία.

Χρησιμοποιούν όχι εκρηκτικά, αλλά κάποιας λογής πριόνι που κόβει κάθετα την πέτρα χωρίς να την καταστρέφει. Ετσι, κάθε καινούργιο λαγούμι είναι ένα έργο τέχνης. Το κάνω γιατί είμαι ερωτευμένος με αυτόν τον τόπο, δήλωσε.

Μπορούμε να είμαστε και εμείς ερωτευμένοι με τις πληγές που μας ασκημίζουν και που προσπαθούν να μας τις πλασάρουν για ομορφιά;

Οχι αν κλείνουμε τα μάτια και γινόμαστε συνεργοί της βαρβαρότητας. Αλλά εδώ που φτάσαμε είμαστε καταδικασμένοι να συνωμοτήσουμε για να ξαναγεννηθεί -λίγο έστω- κάποια ομορφιά.