Η άρνηση του Κρατικού Βραβείου Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα από τον λογοτέχνη Θοδωρή Τσομίδη (για το βιβλίο του «Η γέννα», εκδ. Πατάκη) προκάλεσε συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα η περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, αν η άρνηση είχε το στοιχείο της πρόκλησης -όπως στην περίπτωση, παλιότερα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου- καθώς η λογική «άσπρο-μαύρο» είναι κάπως περιοριστική. Επειδή όμως ο Θ. Τσομίδης εξήγησε λεπτομερέστατα τη θέση του κατά των βραβείων σε επιστολή του στη LiFO που αξίζει να διαβαστεί ολόκληρη -θέση που είχε διατυπώσει ήδη παλιότερα στο περιοδικό «Νέο Πλανόδιον»-, η περαιτέρω διερεύνηση έχει νόημα γιατί αφήνεται χώρος στα επιχειρήματα και στις αποχρώσεις.
Η στάση του επικροτήθηκε από άλλους ομοτέχνους ως άξια θαυμασμού σε μια εποχή όπως η δική μας και ως παράδειγμα που δείχνει ότι η νεότερη γενιά ξαναβρίσκει αντανακλαστικά εγρήγορσης και κοινωνικής τόλμης, που έμοιαζαν χαμένα.
Επειδή όμως ακριβώς διατυπώνονται στην επιστολή σοβαρά επιχειρήματα, χρειάζεται κανείς να αναδείξει και τον σοβαρό αντίλογο. Εν πρώτοις θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τη διεκδίκηση χώρου, εκ μέρους των τεχνών και των γραμμάτων, στον δημόσιο λόγο, που κατακλύζεται από υποπροϊόντα όλο και πιο επεκτατικά. Σε αυτό το πλαίσιο τα λογοτεχνικά βραβεία, όπως και οι εκδηλώσεις, οι εκπομπές, τα φεστιβάλ, οι δημόσιες αναγνώσεις, οι συνεντεύξεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο μπορούν να ιδωθούν ως μέρος μιας συνολικής, αναγκαίας και διεκδικούμενης παρουσίας του συγγραφικού λόγου στη δημόσια σφαίρα. Χωρίς βέβαια αυτή η παρουσία να είναι για κανέναν υποχρεωτική.
Μπαίνοντας ωστόσο στο μεδούλι του επιχειρήματος, στην εσώτερη συγγραφική διαδικασία, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το βραβείο δεν είναι αυθύπαρκτη χειρονομία, είναι μέρος της «αναγνώρισης», ως έννοιας γένους. Και μάλλον έχουν λάθος όσοι σχολιαστές μιλούν για πληθωρισμό βραβείων, γιατί τα πολλά βραβεία, αντιθέτως, αμβλύνουν την έννοια της αυστηρής ιεράρχησης που ο Θοδωρής Τσομίδης θεωρεί -δικαίως- ξένη προς τη λογοτεχνία. Και κρίνονται και αυτά με βάση το ποιος βραβεύει ποιον. Αναγνώριση, ωστόσο, είναι και η αποδοχή του έργου από την κριτική ή τους αναγνώστες, αναγνώριση είναι και η ίδια η έκδοση ενός έργου από σοβαρό εκδοτικό οίκο.
Αν αρνηθούμε την ίδια την αναγνώριση, οδηγούμαστε σε ακραία ερωτήματα: Υπάρχει άραγε ένα έργο που δεν εκδόθηκε ποτέ; Που το ανακάλυψε ο εγγονός του συγγραφέα σε ένα μπαούλο και, αντί να το εκδώσει, το πέταξε στα σκουπίδια; Ακόμα και αν για τον ίδιο τον συγγραφέα το έργο προφανώς υπήρξε και είχε ως μόνο κίνητρο «την ανάγκη ειλικρινούς έκφρασης και τη χαρά της δημιουργίας», σε μια πιο φιλοσοφική θεώρηση, αντικειμενικά υπήρξε; Οσο και αν το ρήμα «κερδίζω» πράγματι μοιάζει παράταιρο στο πλαίσιο της συγγραφικής διαδικασίας, συνταιριάζεται όχι μόνο με τη λέξη «βραβείο», αλλά και με τη λέξη «αναγνώριση». Οπότε το τελικό ερώτημα είναι: Οσο και αν ο συγγραφέας υπήρξε, υπάρχει το έργο του χωρίς τους άλλους;
