Κάπου εκεί έξω, όχι μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, όπως το μέγαρο Μαξίμου, η Βουλή, το υπουργείο Οικονομικών κ.λπ., η ζωή δεν δέχεται να μπει στο τέλμα της μητσοτακικής απολυταρχίας και της άγονης (έως και μίζερης) αντιπολίτευσης, δεν δέχεται να κλείσει το στόμα της, να σκύψει το κεφάλι. Κάπου εκεί έξω, στην πλατεία Συντάγματος, χτυπά και αντιστέκεται η καρδιά μιας ξεροκέφαλα υπερήφανης κοινωνίας.
Το πολιτικό γεγονός των ημερών δεν είναι η σταθερότητα με την οποία η κυβερνητική πλειοψηφία δίνει σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο -ακόμα και όταν αυτογελοιοποιείται- την ευχαρίστηση στο διευθυντήριο του Μαξίμου να καταχράται την εξουσία. Δεν είναι καν οι δημοσκοπήσεις, που δείχνουν την ανικανότητα ατάλαντων μνηστήρων να περάσουν τη νοητή σέντρα του γηπέδου και να «γυρίσουν» υπέρ τους το παιχνίδι. Είναι η ταύτιση χιλιάδων ανθρώπων με την αμείωτης έντασης απαίτηση των συγγενών των θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών να μάθουν τι ήταν αυτό (ή αυτά) που αφαίρεσε (αφαίρεσαν) τη ζωή από τους δικούς τους.
Το γεγονός ότι κανείς δεν συγκινείται, πρωθυπουργός, υπουργοί, κυβερνητικοί βουλευτές, Αρειος Πάγος και άλλες τέτοιες φυσιογνωμίες, βαθαίνει την πεποίθηση ότι το λειτουργούν πολιτικό σύστημα, το οποίο επιμένουν οι κρατούντες να αποκαλούν δημοκρατία, μέρα με τη μέρα χάνει όλο και πιο πολύ από το περιεχόμενό του και μένει μόνο ως επιγραφή. Το άλλο γεγονός, ότι κανείς από την προοδευτική αντιπολίτευση δεν έχει την έμπνευση για πρωτοβουλίες που θα ανέτρεπαν τη σημερινή εικόνα και θα έσερναν εκόντες άκοντες τους αλαζόνες της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας να κάνουν το καθήκον τους, κάνει το πρόβλημα ακόμα σοβαρότερο. Οι μνηστήρες της εξουσίας δεν έχουν καν τρόπο να την πλησιάσουν, αφού δεν έχουν να επιδείξουν κάτι πειστικά διαφορετικό από τον σημερινό ιδιοκτήτη της.
Η χώρα αντιμετωπίζει μείζον πολιτικό ζήτημα. Δεν λειτουργεί τίποτε άλλο πέραν των κατευθύνσεων και συμφερόντων μιας κλειστής ομάδας ανθρώπων (συγγενών, φίλων και συνεργατών) κατά παράβαση του πνεύματος του Συντάγματος, το οποίο υπάρχει για να αποτρέπει αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά, να διασφαλίζει τη λειτουργία της δημοκρατίας και να προστατεύει τους πολίτες από κάθε είδους αυθαιρεσία. Ωστόσο στην Ελλάδα ισχύει μόνον αυτή.
Είτε το αντιλαμβάνονται ορισμένοι είτε όχι, η χώρα είναι βαθιά διχασμένη:
● Στη μια μεριά βρίσκεται η εξουσία, ακολουθούμενη από χρηματισμένους οπαδούς (όχι μόνο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και τις μικρές ή μεγάλες απευθείας αναθέσεις έργων και προμηθειών, τις διαφόρων ειδών τακτοποιήσεις «ημετέρων» κ.λπ.).
● Στην άλλη πλευρά βρίσκονται όλοι όσοι αρνούνται την περιφρόνηση και τον χλευασμό των κρατούντων, απαιτούν με σθένος από την πολιτεία να πράξει τα αυτονόητα και κρατούν ζωντανό τον αγώνα τους «μέχρι τέλους». Δεν έχουν πολιτική εκπροσώπηση, επειδή κανέναν δεν αισθάνονται στο πλευρό τους.
Υπό αυτήν την έννοια, στη σημερινή συγκυρία το Σύνταγμα είναι ζωντανό. Οχι ως θεμελιώδης χάρτης λειτουργίας ενός συστήματος ισονομίας αλλά ως πλατεία-σύμβολο, η οποία μάλιστα φέρει το όνομά της από την εξέγερση του 1843, όταν στρατιωτικοί, αγωνιστές του ’21 και λαός περικύκλωσαν τα εκεί ανάκτορα απαιτώντας Σύνταγμα το οποίο θα έβαζε φραγμό στην αυθαίρετη βασιλεία του Γερμανού Οθωνα και των Βαυαρών συνεργατών του. Εκτοτε, και κυρίως κατά τις κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας, συνδέθηκε με τους αγώνες για ελευθερία, δημοκρατία και δικαιοσύνη.
Αυτός λοιπόν ο σημερινός αγώνας κάτι καινούργιο θα δώσει. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.
