Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Οκτώβριος είναι η εποχή του γάτου, του σπιτόγατου για την ακρίβεια -η υπερηφάνειά του δεν θα του επιτρέψει ποτέ να το παραδεχτεί βέβαια. Η οξεία όσφρησή του τον ξυπνάει ακόμη κι αν κοιμάται πολύ μακριά από το παράθυρο, που ανοίγεται για να αεριστεί λίγο το σπίτι το πρωί.

Τρέχει με αστρική ταχύτητα για να προλάβει να βγει στη βεράντα, ακόμη κι αν όλη την προηγούμενη νύχτα έβρεχε καταρρακτωδώς, η Πυροσβεστική είχε δεχτεί δεκάδες κλήσεις για απάντληση υδάτων και οι δρόμοι έγιναν ποτάμια.

Το παράθυρο άνοιξε. Θα βγει έξω. Τέλος.

Και συ θα το επιτρέψεις. «Πόσο καιρό ακόμα θα μπορεί να κάνει μια βολτίτσα», σκέφτεσαι, «θα χειμωνιάσει». Για όσο αερίζεις το σπίτι, για όσο σκουπίζεις τα πεσμένα φύλλα, για όσο ελέγχεις αν τα ματαίως απλωμένα ρούχα κατόρθωσαν να στεγνώσουν με τόση υγρασία.

Με την άκρη του ματιού τον παρακολουθείς να οσμίζεται ό,τι συναντά στον δρόμο του: φύλλα, κομματάκια από ξύλο, τις γλάστρες και τις πολυθρόνες, που ξέμειναν έξω με την ελπίδα μιας τελευταίας καλοκαιρινής βραδιάς – τώρα στάζουν νερό.

Αυτό δεν του αρέσει καθόλου. Ολο και κάποια σταγόνα τον βρίσκει στο μαύρο γυαλιστερό σαν βελούδο τρίχωμά του και αναριγεί από εκνευρισμό. Τινάζεται καλά και συνεχίζει υπερήφανος και με ουρά σηκωμένη σαν κεραία για το επόμενο σημείο εξερεύνησης. Αυτό είναι η πρώτη γωνία. Τη μυρίζει καλά, πρέπει να ελέγξει αν πέρασε από κει άλλο γατί. Γιατί αυτός δεν τα σηκώνει κάτι τέτοια: εδώ είναι το σπίτι Του, το βασίλειό Του και η βεράντα όπου κάνει τη βόλτα Του.

Μένει ικανοποιημένος. Κανείς δεν πέρασε. Αν είχε περάσει, καμιά βροχή δεν θα είχε ξεπλύνει τη μυρωδιά του εισβολέα. Γυρίζει και σε κοιτάζει λίγο. Αφήνει ένα ναζιάρικο «νιάαααου» και στρέφει τώρα το βλέμμα προς άλλη κατεύθυνση. Περπατά λίγο.

Κάτι ακούει μακριά, μάλλον πουλί που πέταξε ψηλά: τα αυτιά του ανοίγουν σαν ραδιοεντοπιστές και τα ανοιχτά πράσινα μάτια του μοιάζουν με γυάλινες σφαίρες. «Είναι ώρα να μπούμε μέσα τώρα» του λες.

Δεν κουνιέται, ούτε αντιδρά. Η προσοχή του είναι στραμμένη αλλού. Και όμως. Τα αυτιά του κάνουν μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση. Το μάτι σου, εξασκημένο πια, μπορεί και τη διακρίνει. Σε έχει ακούσει, αλλά δεν θέλει να απαντήσει, έχει δουλειά σημαντική: ίσως χρειαστεί να κυνηγήσει κάτι – ίσως και όχι.

Το σώμα του παίρνει θέση μάχης και χαμηλώνει. Εχει μεγαλώσει ξαφνικά, όλοι οι μύες του έχουν σφίξει σαν πέτρες, η ουρά του είναι χαμηλά, κινείται ελαφρά.

«Μα πού κρυβόταν τούτος ο πάνθηρας σ’ αυτό το μικρό σώμα» αναρωτιέσαι και περιμένεις. Η θέση επιφυλακής που είχε πάρει σιγά σιγά χαλαρώνει. Ο αόρατος εχθρός δεν φάνηκε ποτέ. Λήξη συναγερμού. «Είναι ώρα να πάμε μέσα, Εκτορα», λες πάλι και εκείνος τώρα γυρίζει και σε κοιτάζει. Ο πάνθηράς σου έχει επανέλθει στο φυσιολογικό του μέγεθος, έχει πλαδαρέψει πάλι και αργά και απρόθυμα σε πλησιάζει.

«Αντε, φτάνει πια, μέσα». Σου δίνει μια κουτουλιά διαρκείας στη γάμπα αφήνοντας έναν βαθύ, γουργουριστό ήχο. Μπαίνει μέσα απρόθυμα και οι πατούσες του αφήνουν υγρά σημάδια στο πάτωμα. Τον ακολουθείς και κλείνεις την μπαλκονόπορτα. Του γεμίζεις το πιατάκι με φαγητό, αλλάζεις το νερό του και συνεχίζεις τη δουλειά σου.

Οταν λίγο αργότερα τον ξανασυναντάς, έχει βρει ένα άνετο και ζεστό σημείο στον καναπέ και πλένεται. Πηγαίνεις κοντά του και του τρίβεις τα αυτιά, το πιγούνι και την πλάτη.

Οσο τον χαϊδεύεις, γουργουρίζει δυνατά, γυρίζει αριστερά και δεξιά μην τυχόν ξεφύγει κάποιο σημείο και, στο τέλος, ξαπλώνει ανάσκελα να του τρίψεις την κοιλιά, που λόγω τεμπελιάς και ηλικίας μοιάζει με παχύρρευστο ζελέ. Μετά σου δίνει μια προειδοποιητική δαγκωνιά. «Φτάνει», λέει. «Οχι άλλα χάδια».

Τον αφήνεις. Θα πλυθεί λίγο ακόμα και θα κοιμηθεί. Και θα έχει πάρει ύφος μακάριας ευτυχίας: είναι φθινόπωρο, είναι χορτάτος, ζεστός και στεγνός και ξέρει πως τον αγαπούν.