ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εφτασε στο σπίτι ντάλα μεσημέρι. Ζέστη πολλή. Μέρες τώρα. Και θα είχε ακόμη περισσότερη ζέστη για ακόμη τρεις-τέσσερις ημέρες. Δεν θυμόταν άλλον τόσο μακροχρόνιο καύσωνα και δεν ήταν πια παιδάκι. Είχε ζήσει πολλά ενήλικα καλοκαίρια.

Ο πράσινος παράδεισος ήταν εκεί όμως. Ανάμεσα στις λεμονοπορτοκαλιές, τη μανόλια που κόντευε να ξεπεράσει σε ύψος το σπίτι και την κληματαριά που είχε ήδη δέσει σταφύλια. Λίγα και ταλαιπωρημένα από τις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά κρέμονταν κάτω από τα πράσινα φύλλα προσκαλώντας τις σφήκες και τις χρυσόμυγες σε μεθυστικό πάρτι. Ακόμη και καρακάξες είχαν έρθει, που πέταξαν μακριά κρώζοντας όταν άνοιξε την αυλόπορτα για να βάλει μέσα το αυτοκίνητο.

Ο γάτος, που σε όλη τη διαδρομή έκλαιγε πότε νευρικά και πότε με παράπονο μέσα στο κλουβί μεταφοράς, είχε σταματήσει. Σαν να είχε καταλάβει πού βρισκόταν, ότι τον περίμεναν κι αυτόν μερικές μέρες ελευθερίας πριν κλειστεί ξανά στο διαμέρισμα και περιοριστεί στο μπαλκόνι των λίγων τετραγωνικών. Το σπίτι ήταν ίδιο, όπως το είχε αφήσει πέρσι, όπως ήταν και πρόπερσι, ελάχιστα διαφορετικό απ’ όταν ήταν παιδί. Λίγο πιο παλιό… Ετσι όπως παλιώνουν τα αγαπημένα, που μόνο η φροντίδα τα κρατάει φρέσκα και ζωντανά.

Μήνες τώρα ανέμενε την ώρα που θα καθόταν το βράδυ στη βεράντα και θα ξεχνιόταν απ’ όλα απλώς ακούγοντας τους γρύλλους, παρατηρώντας την αόρατη γραμμή που ενώνει τα πυροφάνια μέχρι να ανατείλει η σελήνη και να τα υποχρεώσει να μαζέψουν τα δίχτυα τους.

Και ύστερα το πρώτο πρωινό στην ίδια βεράντα, με την ίδια θέα, αλλά φωτεινή. Τα νησάκια, το φέρι που κάνει την ίδια διαδρομή μπρος-πίσω ανά μισή ώρα, τα τζιτζίκια που έχουν κρεμαστεί στα κλαδιά των δέντρων και καλύπτουν τον ήχο του ραδιοφώνου και ένας καφές χωρίς ορατό τέλος.

Ανοιξε το νερό, άνοιξε την ασφάλεια της κουζίνας να ετοιμάσει κάτι πρόχειρο, έβαλε τα ευπαθή στο ψυγείο και τακτοποίησε τα πράγματα. Μετά έκανε καθαριότητα. Ευτυχώς που το σπίτι δεν έμενε κλειστό, σκέφτηκε. Που ο πατέρας της ερχόταν ανελλιπώς κάθε Σαββατοκύριακο, όπως τότε που ήταν και η μαμά.

Τόσο χρόνια πια πέρασαν και η παρουσία της δεν είχε φύγει από εκεί. Από τα σκεύη της κουζίνας μέχρι τις πετσέτες και τα σεντόνια, τα καλύμματα στα κρεβάτια και το τραπεζομάντιλο, τους ανθεκτικούς στη ζέστη κάκτους στη σκάλα και τη φούξια μπουκαμβίλια που μεγάλωνε ερήμην όλων. Και εκείνο το λευκό γιασεμί που τις μεσημεριανές ώρες έκρυβε τον καυτό ήλιο.

Τόσα χρόνια πέρασαν και κάθε φορά που ανέβαινε με το αυτοκίνητο την ανηφόρα για το σπίτι νόμιζε ότι θα τη δει να σηκώνεται από την πολυθρόνα να της ανοίξει την αυλόπορτα για να μπει μέσα.

Τώρα πια εκείνη θα περίμενε να έρθουν άλλοι. Είχε δύο μέρες για να ετοιμάσει το σπίτι –48 τετραγωνικά και κάποτε χωρούσε ακόμη και δέκα άτομα… Πρώτα ο μπαμπάς, μετά και τα κορίτσια. Τα κορίτσια που λένε ότι εκεί δεν κάνουν διακοπές, κάνουν διακοπάρες. Κι ας είναι ό,τι πιο απλό μπορεί να τους προσφέρει κανείς. Μια πράσινη αυλή, μπάνιο στη θάλασσα, πρωινό στη βεράντα, σπιτική λεμονάδα και παγωτό το απόγευμα. Μόνο αντάλλαγμα, να βοηθούν κάθε δυο-τρεις μέρες με το βαρύ λάστιχο για το πότισμα –δεν συντηρείται αλλιώς αυτός ο παράδεισος στον ξερότοπο.

Γέλασε στη σκέψη τους. Ετσι ήταν κάποτε και εκείνη. Και ενώ δεν νοσταλγούσε τα παιδικά χρόνια, είχε κρατήσει μια γλυκιά ανάμνηση ανεμελιάς και ηρεμίας που πια ένιωθε σπάνια. Αναρωτιόταν αν αυτό σημαίνει ότι μεγαλώνεις ή αν έτσι απλώς είναι η αναπόδραστη πορεία της ζωής των ανθρώπων. Ή αν έτσι ήταν η δική της η ζωή –μάλλον όχι.

Και ενώ ετοίμαζε το φαγητό, αποφάσισε να πάει για μπάνιο το απόγευμα. Και να μείνει στην παραλία έως να πέσει ο ήλιος. Αυτές τις λίγες μέρες όφειλε να δώσει στον εαυτό της αυτό. Οσο περισσότερο χρόνο μπορούσε στη θάλασσα.