Στην ταινία «Τζο ο τρομερός» του Ντίνου Δημόπουλου (1955) ο ομώνυμος ήρωας (Ντίνος Ηλιόπουλος) επιχειρεί με το φίλο του Γαρδέλη (Νίκος Ρίζος) διάρρηξη με στόχο το χρηματοκιβώτιο της κατοικίας ενός πλούσιου Ρώσου εμιγκρέ. Οι πόρτες ανοίγουν πανεύκολα, το ίδιο και το θωρακισμένο χρηματοκιβώτιο. Αυτό δεν οφείλεται στις προηγμένες διαρρηκτικές ικανότητες του Τζο, αλλά στο ότι έχει προηγηθεί άλλος διαρρήκτης που πρόλαβε και άδειασε το χρηματοκιβώτιο.
Αυτή ακριβώς τη σκηνή φέρνει στον νου η υπόθεση της διάρρηξης στη Διεύθυνση Εκλογών του υπουργείου Εσωτερικών. Περιέργως τίποτα δεν φαίνεται να εμπόδισε τον «επισκέπτη» να εισέλθει ανενόχλητος σε ένα νευραλγικό σημείο ενός υπουργείου που, υποτίθεται ότι, φυλάσσεται με αυστηρά μέτρα προστασίας και η είσοδος του απλού πολίτη επιτρέπεται μετά από δήλωση του λόγου της επίσκεψης και καταγραφή των στοιχείων του.
Πληροφορηθήκαμε ότι το υπουργείο φυλάσσεται από ιδιωτική εταιρεία. Είναι γνωστό ότι από τον ίδιο χώρο, των ιδιωτικών εταιρειών φύλαξης, επιλέχθηκε τον Ιούλιο του 2019 ως διοικητής της ΕΥΠ ο Παναγιώτης Κοντολέων, που υπήρξε προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού συνοδευόμενη από σκανδαλώδη αλλαγή του νόμου που όριζε τα τυπικά προσόντα της εν λόγω θέσης. Το ίδιο γνωστή είναι και η κατάληξη: επί των ημερών του(ς) σημειώθηκε το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, αναρωτιόμαστε γιατί το πολυδιαφημισμένο νομοσχέδιο που αφορά την επιστολική ψήφο βρίσκει τόσο ισχνή ανταπόκριση: από τα εκατομμύρια της ονομαζόμενης ελληνικής διασποράς ούτε πενήντα χιλιάδες δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Αποτελεί ή όχι αυτή η απροθυμία συμμετοχής ένα άτυπο δημοψήφισμα με συντριπτικά ξεκάθαρο αρνητικό αποτέλεσμα αξιολόγησης της πορείας της χώρας από τους απόδημους; Και γιατί να ενδιαφερθούν άλλωστε, ιδίως οι νεότεροι;
Ποια είναι η εικόνα που εκπέμπουμε ως χώρα προς τα έξω; Για τι ακριβώς έχουμε να καυχηθούμε; Για το ζηλευτό επίπεδο διαφάνειας και εφαρμογής των δημοκρατικών κανόνων; Για την παροχή ευκαιριών εξέλιξης και ανάδειξης όσων διαθέτουν ικανότητες, έχουν φιλοδοξίες, τολμούν να ονειρεύονται κάτι καλύτερο; Για το υπό διάλυση σύστημα υγείας; Για το κατασυκοφαντημένο και διαρκώς συρρικνούμενο δημόσιο πανεπιστήμιο, παρά τις διεθνώς αναγνωρισμένες επιδόσεις που επιτυγχάνει σε έρευνα και εκπαίδευση; Για την απονομή δικαιοσύνης; Για το επίπεδο των αποδοχών σε σύγκριση με το δυσθεώρητο ύψος του κόστους διαβίωσης; Για τον πλουραλισμό στην ενημέρωση, την ελεύθερη έκφραση, την πολυφωνία; Για την ανεκτικότητα στο διαφορετικό και τη συμπερίληψη; Για την ξεδιάντροπη εμπορευματοποίηση των πάντων, ακόμα και του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης;
Οσοι επαγγέλλονται τον περιβόητο «επαναπατρισμό», ας κατανοήσουν την κατάντια στην οποία έχει περιέλθει η χώρα: οι του εξωτερικού απαξιούν να μας στείλουν ακόμα και αυτή την δι’ αλληλογραφίας ψήφο τους.
*(Ph.D)2, καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης
