Υπάρχει μια θεωρία που εκφράζεται με μια απλή φράση, η οποία δηλώνει πως «το καλύτερο είναι εχθρός του καλού». Αυτό βέβαια, απ’ ό,τι έχω καταλάβει και το έχω ακούσει και εγώ, ποτέ δεν είναι για καλό παρά για να μειώσουν κάποιοι αυτό που έχεις κάνει με πολύ κόπο και υποτίθεται απ’ ό,τι σου λένε πως «από εσένα ειδικά περίμενα κάτι πολύ καλύτερο». Οπως και να έχει όμως, η φράση υπάρχει. Μπορεί να δηλώνεται κυρίως για να εκφραστούν αρνητικές απόψεις με δήθεν ευγενικό τρόπο, αλλά υπάρχει. Ομως η χρονιά που τελειώνει σε δύο μέρες με πείθει πως μια λέξη να αλλάξεις σ’ αυτήν τη φράση μπορεί να σε γεμίσει ελπίδα. Δηλαδή αντί να πεις «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο» να πεις απλά πως «ο εχθρός του κακού είναι το καλύτερο». Και τότε ξαφνικά βλέπεις τα πράγματα τελείως διαφορετικά.
Δεν είχα μια εύκολη χρονιά από πολλές απόψεις -δηλαδή μη λέμε και βλακείες, δεν είναι ότι δεν είχα απλώς μια εύκολη χρονιά, είχα μία από τις χειρότερες, αν όχι τη χειρότερη χρονιά, της ώς τώρα ζωής μου. Στην πραγματικότητα δεν μπορώ να βρω κάτι χειρότερο. Ομως από την άλλη παρατήρησα σκεπτόμενος τα γεγονότα που συνέβησαν τη χρονιά που πέρασε πως παρόμοιες «υπέροχες» καταστάσεις έζησε και η ίδια η Ελλάδα, όπου μάλιστα δεν είναι απλώς πως έγιναν όσα ζήσαμε επί έναν χρόνο, αλλά το πως το ένα μετά το άλλο ήταν πραγματικά το ένα χειρότερο από το άλλο και το ένα τελείως διαφορετικό από το άλλο. Και απ’ ό,τι διαπίστωσα η χρονιά κλείνει το ίδιο χάλια όπως εξελίχθηκε στην αρχή της.
Δηλαδή βλέπεις σε αυτή τη χώρα ότι κάποια στιγμή έπιασαν κάποιες φοβερές πυρκαγιές και για ένα ακόμα καλοκαίρι η μισή χώρα έγινε φλαμπέ. Αυτό γίνεται κάθε χρόνο. Οχι πως δικαιολογείται με αυτόν τον τρόπο το γεγονός, αλλά παύεις να θυμώνεις για τις φωτιές και θυμώνεις με άλλα πράγματα σχετικά με τις φωτιές. Φέτος όμως μετά τις φωτιές πλημμύρισε η Ελλάδα όπου εκεί χάνεται και λίγο ο έλεγχος. Το να καεί η μισή χώρα είναι κακό, αλλά το να πλημμυρίσει η μισή χώρα ακριβώς μετά τη φωτιά το σκέφτεσαι και λίγο και καταλήγεις στο συμπέρασμα «δεν μπορεί, κάποιος μου κάνει πλάκα, ας μην αντιδράσω προς το παρόν».
Κι άλλο παράδειγμα θέλετε; Σηκώνεται και έρχεται ολόκληρο καραβάνι από την Κροατία για να κάνει ένα μακελειό έξω από ένα γήπεδο. Οκ, χάνεται και ένας άνθρωπος. Κι αμέσως μετά ακούμε τα γνωστά που ακούμε για το ίδιο θέμα. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι με τη βία στα γήπεδα ακούμε τα ίδια πράγματα που λέγονται από όλες τις κυβερνήσεις όλων των παρατάξεων σε αυτές τις περιπτώσεις. Ελα όμως που δεν έκλεισε πεντάμηνο και έπεσε ολόκληρη φωτοβολίδα στο πόδι ενός αστυνομικού και τελικά τον αποχαιρετήσαμε. Φυσικά μετά ακούσαμε τα ίδια πράγματα πάλι από τους κρατούντες, μόνο που αυτή τη φορά δεν βοήθησε αυτούς που τα είπανε τα μεγάλα λόγια και τις διακηρύξεις ο χρόνος για να ξεχαστεί η προηγούμενη φορά.
Είπα απλώς δύο παραδείγματα αλλά έγιναν τόσο πολλά τη χρονιά που μας πέρασε, που το μόνο που θα μπορούσε κάποιος να πει ως πολιτικοκοινωνικό σχόλιο είναι η περίφημη ατάκα της Βλαχοπούλου στη «Χαρτοπαίχτρα» πως «αυτοί οι άσοι δεν τριτώνουν κι αν τριτώσουν, κάτι θα συμβεί». Ισως τελικά η χώρα να χρειάζεται απλώς ένα ευχέλαιο.
Γι’ αυτό σας λέω, ας μην ευχηθούμε φέτος για το 2024 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ας ευχηθούμε ΛΙΓΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΧΡΟΝΙΑ, για να μην το γρουσουζέψουμε κιόλας. Και του χρόνου.
