Μνημόνια, Κύπρος, Μικρά Ασία. Μέτρηση αντίστροφη. Επαναλήψεις της καταστροφής που απειλούν με ακύρωση τους αγώνες δεκαετιών, αιώνων, για ανθρωπιά, ελευθερία, δημοκρατία. Γιατί είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το ελπίζουμε ή το φοβόμαστε, οι αγώνες που δίνει και χάνει ή κερδίζει ο κάθε λαός είναι και για όλους τους άλλους λαούς.
Για μας και για όλους τους άλλους- τους Ελληνες, τους άλλους Ευρωπαίους, ήταν και ο αγώνας που μεταμόρφωσε την οργή μας στο ΟΧΙ του 61% και μετάλλαξε τη νίκη μας σε κατάθλιψη. Τότε, στα 1922 και τώρα, το πένθος, η ενοχή, η αυτομαστίγωση και η αλληλοφαγία ενεδρεύουν. Πλησιάζω ξανά τη Μικρασιατική Καταστροφή προσπαθώντας να ξαναβρώ μέσα από το πένθος μια ρωγμή ελευθερίας.
Πλησιάζω και πάλι με μία αδημονία τις ημέρες εκείνες, τέλη Αυγούστου και αρχές του Σεπτέμβρη, τότε που παίχτηκαν και χάθηκαν όλα.
Η αδημονία αυτή έχει να κάνει με την ανάγκη να μάθω. Πράγματα που ήξερα γενικά και τώρα θέλω να αποκτήσουν υπόσταση και σώμα. Πράγματα που για να γίνουν πιο συγκεκριμένα, πρέπει να διασταυρωθούν με εμπειρίες και αφηγήματα άλλων ανθρώπων που πέρασαν από τους δρόμους εκείνους.
Κυνηγημένοι είτε επανακάμπτοντας για να ζητήσουν το σημάδι μιας δύσκολης καταγωγής. Παλιάς για να τη συλλάβει ο νους του ανθρώπου, καινούργιας για να την πει, αφού θα φαντάζει ένα ψέμα, μια φαντασίωση, μια κλοπή από τις ζωές των άλλων που ποτέ δεν είναι η δική σου ζωή. Πράγματα τέλος που δεν ξέρεις, δεν τα διάβασες ούτε τα άκουσες ακόμα και όμως είσαι έτοιμη να τα μάθεις.
Οπως συμβαίνει με τον Οιδίποδα όταν από την αρχή ακόμα της τραγωδίας κάποιες λέξεις που του ξεφεύγουν τον ειδοποιούν, καθώς τα στοιχεία τον περικυκλώνουν, ότι δεν υπάρχει περίπτωση διαφυγής, αυτά που μαθαίνει είναι γι’ αυτόν τον ίδιο που τα μαθαίνει.
Το συλλογικό τραύμα εξατομικεύεται. Το ατομικό, με τα νέα στοιχεία που έρχονται, γίνεται συλλογική συνείδηση. Χάνει το στοιχείο που κάνει αντιπαθές το τραύμα: την προβολή του ως μοναδικό συστατικό ιδιαιτερότητας και άρα ταυτότητας. Καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει λαός χωρίς τραύμα, τότε και τώρα με τα καραβάνια των προσφύγων, κι όμως αυτό δεν αφαιρεί, προσθέτει βάρος στα τραύματά σου.
Καταλαβαίνεις ότι το τραύμα ανανεώνεται και επιστρέφει, ίδιο και διαφορετικό, με τους κύκλους και τα γυρίσματα που παίρνει η Ιστορία. Για να μη μένουν οι εγκαταλελειμμένοι χώροι με τα νέα ονόματα, στη Μικρά Ασία κι αλλού, ακατοίκητοι.
Η ήττα του ελληνικού στρατού παρέσυρε τους μικρασιατικούς πληθυσμούς στον εξανδραποδισμό και τον θάνατο. Επρεπε ή όχι αυτός ο στρατός να αποβιβαστεί στα μικρασιατικά παράλια, όταν η εξόντωση του εκεί Ελληνισμού βρισκόταν εν εξελίξει;
Ερώτημα που για πολλά χρόνια η ελληνική Αριστερά δεν κατάλαβε πως ήταν ριζικά διαφορετικό από το άλλο: Το αν ο ελληνικός στρατός –αποκεφαλισμένος από τους δημοκρατικούς ηγέτες του– έπρεπε ή δεν έπρεπε να φτάσει μέχρι το μοιραίο μέτωπο Εσκί Σεχίρ/ Ουσάκ/Αφιόν Καραχισάρ. Να πέσει δηλαδή στην παγίδα που έστησε στους βασιλόφρονες στρατηγούς ο Κεμάλ για να τους λιώσει, και με την ευκαιρία αυτήν να κάνει την εθνοκάθαρση που επιθυμούσε.
Ο Μέγας Πέτρος έλεγε ότι οι στρατοί –και οι λαοί λέμε εμείς– δεν συντρίβονται από τις ήττες τους αλλά κυρίως από τις νίκες τους. Το παράδειγμα της Ρωσίας τότε αλλά και μετά, με τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ, είναι αλήθεια ότι κάτι τέτοιο δηλούν. Το παράδειγμα της Ελλάδας του 1922 το επιβεβαιώνει. Και σήμερα τι γίνεται; Ποια είναι η νίκη και ποια η ήττα, όταν όλα ανακατεύονται; Εκτός κι αν το ίδιο το πένθος μάς δώσει τη δύναμη να ξεγελάσουμε την πανουργία της Ιστορίας.
