Ο Σεπτέμβριος είναι μήνας των αντιθέσεων. Τρυφερός, παρατείνει την αίσθηση του καλοκαιριού. Με υποσχέσεις για καινούργια αρχή στα σχολεία. Με προσδοκίες ότι μπορεί να αλλάξει η ζωή. Αλλά και μήνας που οργίζεται με την απρονοησία και την τυφλότητα των ανθρώπων. Σκορπώντας θλίψη και οργή.
Πολλά τα παραδείγματα, πρόσφατα και παλαιότερα. Και οι δύο πλευρές του Τρυγητή βρήκαν θέση το 1944. Μακρινός ο χρόνος, για τους νεότερους φαντάζει προϊστορική εποχή. Ομως, ο χρόνος και τα γεγονότα επανέρχονται, με διάφορες εκδοχές, βγάζοντας τη γλώσσα στη λήθη και στη γομολάστιχα που σβήνει τα ίχνη της Ιστορίας.
Στις 14 Σεπτεμβρίου η θάλασσα του Αμβρακικού ήταν λάδι. Ο ελαφρύς κυματισμός προκλήθηκε από τα καΐκια του ΕΛΑΝ που μετέφεραν τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στην Πρέβεζα. Πανηγύριζε την απελευθέρωσή της από τη ναζιστική Γερμανία. Λίγο μετά, κατέπλευσε, μέσω Κέρκυρας, και ένα τάγμα του ΕΔΕΣ, που εγκαταστάθηκε στο κάστρο του Παντοκράτορα.
Ολα προβλέπονταν ομαλά. Εγινε συμφωνία για εκ περιτροπής φρουραρχείο ανάμεσα στις δύο αντιστασιακές οργανώσεις. Ονειρα και οράματα. Λόγοι εκφωνούνται, η κοινή παρέλαση ματαιώνεται. Η πρώτη ανησυχητική ένδειξη. Ωσπου, η ελπίδα σκεπάστηκε από τον ψίθυρο. Συλλαμβάνουν πολίτες και τους φυλακίζουν στο κάστρο. Ανησυχία.
Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο γιατρός Χρήστος Μαϊδάτσης. Ανήκε στη χορεία των ανθρωπιστών της ιατρικής που τιμούσε τον Ορκο του Ιπποκράτη. Εβλεπε μόνο την αρρώστια. Τίποτε άλλο. Εκτελέστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου στην Παργινόσκαλα, όχι μακριά από τη φυλακή του. Το έγκλημά του; Ο αδελφός του ήταν καπετάνιος στον ΕΛΑΣ. Μαζί με τον γιατρό και πολλοί άλλοι πολίτες. Χωρίς καμία κομματική ένταξη κάποιοι απ’ αυτούς. Το αμάρτημά τους; Ηταν ευαίσθητοι ανθρωπιστές κι αυτό το έδειχναν με πράξεις.
Εκτέλεση κοντά πενήντα πολιτών. Χωρίς καμιά δίκη. Σαν να βιάζονταν, για να πειθαρχήσουν οι υπόλοιποι. Σαν να τους παρακινούσε κάποιο άχτι για όσους πάλεψαν τον ναζισμό. Σαν να βιάζονταν να προλάβουν τη Συνθήκη της Καζέρτας, στις 26 Σεπτεμβρίου, που σταμάτησε τις εκτελέσεις.
Ανάμεσα στους εκτελεσμένους και δεκαπέντε ανταρτοεπονίτες. Μαθητές του Γυμνασίου. Μια τραγωδία πριν από τον Δεκέμβρη του 1944. Ενα προγύμνασμα για ό,τι ακολούθησε. Μια ανθρωποθυσία προληπτικής τιμωρίας.
Σιωπή στην πόλη. Οχι μόνο τότε αλλά και πολλές δεκαετίες μετά. Οι εκτελεσμένοι ρίχτηκαν σε λάκκους πρόχειρα ανοιγμένους. Η μνήμη θάφτηκε πιο βαθιά. Ο μόνος που μίλησε τότε ήταν ένας ποιητής. Ο Τζουμερκιώτης Γιώργος Κοτζιούλας. Εγραψε το ποίημα «Στους Επονίτες του 24ου».
Τους βάσταξε η καρδιά να στρέψουνε οι αιμοβόροι/ σε τρυφερά κορμιά παιδιών αθώων τις κάννες;/Πρωτόφαντα θεριά θάναι μ’ ανθρώπων θώρι/τίγρεις τους γέννησαν κι όχι Ελληνίδες μάνες.
Τα λόγια του Κοτζιούλα γίνονται σήμερα καρφιά στη λήθη. Ελεγεία για τη θερισμένη νιότη. Ματωμένες οι τσέπες μας από τους στίχους του.
