ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χρωματική κλίμακα: κλίμακα που βασίζεται σε οκτάβα δώδεκα ημιτονίων. Οταν ήμουν μικρή, τη φανταζόμουν σαν μια πολύχρωμη σκάλα που καθώς ανέβαινες τα χρώματα γίνονταν όλο και πιο έντονα, αλλά το κάθε σκαλί ήταν πάντα μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Κάθε σκαλί και μια πρόκληση. Κάποτε είχα δει στον ύπνο μου ότι ανέβαινα μια τέτοια σκάλα φορώντας κόκκινα λουστρίνια με λουράκι στο πλάι. Μονόχρωμα παπούτσια ανεβαίνουν πάντα πολύχρωμες σκάλες. Σπάνια συμβαίνει το αντίθετο.

Ο χρόνος έχει ακαθόριστο ήχο. Ενα τικ-τακ στακάτο: σαν νότα που παίζεται έτσι ώστε να διαρκεί λιγότερο από την αξία της και έτσι να διαχωρίζεται από την επόμενη. Κάθε δευτερόλεπτο και μια στιγμή που φεύγει, μια για πάντα διαχωρισμένη από την επόμενη.

Και φαντάσου πως κάποτε νόμιζα ότι κουβαλάω μέσα μου όλα τα λεπτά και τις ώρες. Καταγεγραμμένο, εκεί, legato το παρελθόν και το μέλλον μου: σαν νότες εγχόρδων που παίζονται μόνο με μια κίνηση του δοξαριού, ώστε να μην αντιλαμβάνεται κανείς κενό ανάμεσά τους. Αποφάσεις, χειρονομίες, πράξεις, επαφές, δοκιμασίες, γέλια, ουρλιαχτά πανικού, πόνου, ελπίδας, έκστασης. Κάθε τι, τελικά, ένα τικ-τακ στακάτο.

Πριν από την πανδημία, πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, πριν από τον θάνατο του Γρηγορόπουλου, η Ελλάδα που θυμάμαι ήταν ά-ηχη. Ακόμα και τα συνθήματα που ακούγονταν πού και πού, ήταν συνθήματα των γονιών μας. Ακόμα και τα τραγούδια, δικά τους ήταν – μπορεί και των παππούδων μας. Τόσο χιλιοειπωμένα που είχαν γίνει πλέον σχεδόν βουβά.

Ο πρώτος ήχος που απέκτησε σώμα και άρχισε να μας τυλίγει ενοχικά σε κάθε συνοικία, σε κάθε σπίτι, σε κάθε πεζοδρόμιο ήταν ένας στακάτος πυροβολισμός. Τις μέρες μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, ο ήχος της χώρας, σαν κονσέρτο έφηβων εγχόρδων, έγινε πύρινο ουρλιαχτό. Κάθε φωνή και μια σπίθα: «Το κράτος σκοτώνει τα παιδιά του». Υστερα, ο καπνός από τις στάχτες άρχισε να παίρνει σχήματα από καινούργιες χρωματικές κλίμακες. Λίγοι το παρατήρησαν τότε.

Πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια. Οποιος είχε φωνή άρχισε να τραγουδάει. Πότε φάλτσα, πότε μέσα στη μελωδία. Στους δρόμους, στα πάρκα, στα κρεβάτια, στις συναυλίες. Κι έπειτα έκρηξη. Τα σώματα κινδύνεψαν να κουφαθούν από την ίδια τους τη φωνή. Από την ίδια τη μουσική τους έξαψη. Ηταν μια όμορφη, φωτεινή περίοδος.

Βέβαια, η χώρα είχε διχαστεί σε όσους ανήκαν στο παρελθόν και σ’ εκείνους που ανήκαν στο μέλλον, σ’ εκείνους δηλαδή που δεν ανήκαν πουθενά, καθώς το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη. Ομως, αυτή η δεκαετία που μεσολάβησε σημαδεύτηκε από έναν πλουραλισμό ήχων: ζητωκραυγές, ήχοι πολέμων, κλάματα παιδιών που έχασαν τους γονείς τους, αναστεναγμοί και γέλια από σαββατιάτικες παρέες.

Μια «ενδιάμεση» δεκαετία που λίγοι μπορούν να αγνοήσουν τη μουσική της δυναμική. Ακόμα λιγότεροι μπορούν να αγνοήσουν την περήφανη νίκη ενός νέου ηχοχρώματος πάνω στη σιωπή. Μια δεκαετία πρελούδιο: σαν την εισαγωγική σύνθεση που προηγείται ορισμένων μουσικών έργων.