ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέπη Ρηγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «Μεγάλη κάψα» είναι ένα σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Μακ Γκίβερν, που δημοσιεύτηκε το 1953 και σχεδόν αμέσως έγινε ταινία από τον Φριτς Λανγκ. Το έργο αυτό δεν αναφέρεται στην υπερθέρμανση του πλανήτη, που τότε ακόμα επωαζόταν, ούτε σε καταστροφές σαν αυτές που ζούμε και πάλι φέτος στη χώρα μας. Παραπέμπει συμβολικά στην «υπερθέρμανση», λόγω βίας και διαφθοράς, μιας αμερικανικής πόλης, υπό την απειλή ενός «συνδικάτου» που ελέγχει τον υπόκοσμο, την ηγεσία της αστυνομίας και τους πολιτικούς που θα έπρεπε να είναι οι φύλακες του νόμου. Η «κάψα» που διατρέχει το έργο δεν εκφράζεται με εμπρησμούς δασών, αλλά «μόνο» με παραμορφώσεις γυναικών, με δολοφονίες όσων δεν υποκύπτουν και με τις φλόγες της βόμβας που ανατινάζει το αυτοκίνητο του «ανυπάκουου» ντετέκτιβ Μπάνιον, σκοτώνοντας την αγαπημένη του γυναίκα.

Το τέλος του μυθιστορήματος δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία των συγκεκριμένων «κακών», κάτι περίπου επιβεβλημένο. Μας λέει και πώς, μέσα από τη στιγμιαία ρωγμή του συστήματος, ένας έντιμος ηλικιωμένος αξιωματούχος αναλαμβάνει την εξουσία με πλήρη εξουσιοδότηση να καθαρίσει την πόλη από τους εγκληματίες και τους κάθε λογής συνενόχους τους. Ο συγγραφέας μάς τον δείχνει να σχεδιάζει και να υλοποιεί τα βήματά του με αλύγιστη αποφασιστικότητα και πλήρη συνείδηση ότι ο χρόνος δράσης του είναι –όχι μόνο λόγω ηλικίας– μετρημένος.

Αυτό που δραματοποιεί παραδειγματικά στο τέλος του μυθιστορήματός του ο Μακ Γκίβερν είναι το κλασικό όνειρο κάθε πολίτη που αγωνιά για τη λειτουργία της νοσούσας πόλης στην οποία παρακολουθεί αδύναμος την «υπερθέρμανση» της ανομίας και που συνοψίζεται ως εξής: «Μακάρι να είχα για λίγο μόνον την εξουσία να παρέμβω διορθώνοντας τις αδικίες και τα λάθη της κοινωνίας για να επιστρέψω αμέσως μετά στο σπίτι μου και σε όσους και όσα αγαπώ». Ιδέα που συνοψίζει το ρωμαϊκό αφήγημα για τον Κιγκινάτο, που επέστρεψε στο χωράφι του μόλις ολοκλήρωσε το έργο για το οποίο ο ρωμαϊκός λαός τού είχε αναθέσει την εξουσία. Ειλικρινής έκφραση των ιδανικών όσων βλέπουν την εξουσία μόνο σαν προσωρινό αναγκαίο για το καλό της χώρας βάρος, σε αντίθεση με αυτούς που ονειρεύονται μόνο το πώς θα κολλήσουν ισοβίως σ’ αυτήν.

Σε κάθε περίπτωση, ο Φριτς Λανγκ και ο σεναρίστας του Σίντνεϊ Μπεμ παρέλειψαν στην ταινία το αισιόδοξο αυτό φινάλε. Για να την κάνουν άραγε ακόμη πιο σκληρή ή για να μη θεωρηθούν ανατρεπτικοί σε περίοδο που κυριαρχούσε ο μακαρθισμός; Ή απλώς πιστεύοντας ότι τέτοια όνειρα δεν ήταν και δεν είναι της μόδας στην εποχή τους και στη δική μας;