Κάθε ζωγράφος είναι μοναδικός. Κάθε έργο του, ανεπανάληπτο. Η ανάδυσή του δεν ερμηνεύεται επαρκώς από προϋπάρχοντα στοιχεία, έχει, μαζί με τη συγκίνηση που προκαλεί και κάτι το ανησυχαστικό, ένα ανεξέλεγκτο βάθος που αντιστέκεται στην ερμηνεία.
Γι’ αυτό ίσως εμείς, οι θεατές του έργου, όταν αυτό μας συγκινεί, προσπαθούμε να το εντάξουμε σε μια αλυσίδα άλλων έργων και δημιουργών που το πλαισιώνουν και με μια έννοια επιχειρούν να το «εξημερώσουν».
Τα έργα του Γιάννου Ντανάκου που είδα το περασμένο Σάββατο στον λουσμένο από το φως του δειλινού χώρο στο Βρυσάκι, δίπλα στην αρχαία αγορά, είναι από αυτά που συγκινούν και ταράζουν. Ζώσες εικόνες ενός τραύματος. Μάτια να ξεχύνονται από παντού. Χρώματα να ξεχειλίζουν από λάμψη.
Αυτόνομες μορφές βυθισμένες στον μύθο, με το πρόσωπο/προσωπείο να παίζει έναν κεντρικό ρόλο. Καταφεύγοντας κι εγώ σε αυτή την αλυσίδα για την οποία μίλησα, θα θυμίσω ότι, εδώ και χιλιετίες, το προσωπείο ανθίζει στους παραδοσιακούς πολιτισμούς, σε διάλογο με τους οποίους βρίσκεται η τέχνη των Δυτικών πρωτοποριών, από τον Πικάσο και τον Κλέε, μέχρι το κίνημα «Κόμπρα». Ολα αυτά βοηθούν απλώς να δούμε τον ζωγράφο σε ένα πλαίσιο, αλλά εννοείται ότι δεν αρκούν για να συλλάβουμε τη σημασία των έργων του.
Με μια έννοια, οι μάσκες στα έργα του Νταγιάκου «δεν είναι μάσκες». Δεν αποτυπώνουν δηλαδή ούτε συνθέτουν ορατά προσωπεία. Είναι μορφές που αναδύονται από την αγωνία του ψυχικού βάθους και σελιδοποιούνται πάνω στο χρωματισμένο χαρτί, βάσει όχι κάποιου εκ των προτέρων σχεδίου, αλλά υπακούοντας στον συνειρμό που συχνά είναι πιο καίριος από το προσχεδιασμένο. Με την «τυχαία» τους αυτή σελιδοποίηση, γίνονται κάτι το διαφορετικό από το άθροισμά τους, μια σύνθεση η οποία εκφράζει την κραυγή ενός κόσμου που γυρεύει να αναδυθεί στο φως, διεκδικώντας την έκφραση, τη λύτρωση, την αγάπη.
Εκφραση και λύτρωση από τι; Στο υποσυνείδητό μας, στα όνειρά μας που του χαρίζουν μορφή, τα προσωπεία κρατούν έναν ηγεμονικό ρόλο. Προσωπεία που αντιστοιχούν σε εράσμια ή γκροτέσκα και περιπαικτικά πρόσωπα, συχνά απειλητικά, συνδεδεμένα με τους χειρότερούς μας εφιάλτες. Ο αγώνας του καλλιτέχνη αρχίζει μέσα στα όνειρά του –τα «καλά» και τα «κακά» ομοίως. Δημιουργός γίνεται με μια έννοια κανείς, όταν και μόνον βλέπει/ δημιουργεί τέτοιες φόρμες στα όνειρά του ή ακόμα στη φαντασίωση ή και την παραίσθησή του.
Το ταξίδι προς την αποτύπωσή τους στο χαρτί συμπληρώνει αυτή την πρώτη ονειρική δημιουργία, που πιστεύω ότι είναι το θεμέλιο της τέχνης του Νταγιάκου. Η οδυνηρή ευαισθησία που αποπνέουν μέσα από τις αναπάντεχες συναντήσεις τους τα χρώματά του, δημιουργεί μια εκρηκτική σύνθεση όχι μόνον χρωματική αλλά και σχεδιαστική.
Ανοίγοντας δρόμο για την έκφραση του «κρυφού τραύματος», σε ένα «ταξίδι αναψυχής» στον κόσμο της σκιάς.
