⁃Θα πάω για μπάνιο, είπε μπαίνοντας στο σαλόνι κατάλληλα ενδεδυμένη: μαγιό, καπέλο, πουκάμισο, σορτσάκι, σαγιονάρες.
Την κοίταξαν, τουλάχιστον απορημένοι. Για μπάνιο, τέλη Αυγούστου, με την Αθήνα να καίγεται -κυριολεκτικά, λόγω ζέστης και υγρασίας που έκοβε την αναπνοή, και μεταφορικά, πολιτικές εξελίξεις γαρ.
Κάθονταν συντονισμένοι στις οθόνες, της τηλεόρασης αλλά και των υπολογιστών, και μετρούσαν δηλώσεις, διασπάσεις, μεταπηδήσεις στελεχών και συνενώσεις κομμάτων.
Οι «μετανοημένοι» συγκρούονταν με τους «αποστάτες», οι «μνημονιακοί» με τους «αντιμνημονιακούς», οι «ορθόδοξοι» με τους «αιρετικούς», οι δεξιοί όλων των αποχρώσεων με τους αριστερούς όλων των τάσεων -και μεταξύ τους φυσικά.
Και, εν είδει συντονιστών, σχολιαστές και δημοσιογράφοι –μάλλον κι αυτοί χαμένα τα είχαν.
Την είδαν να ετοιμάζει τα πράγματα αποφασισμένη, ασυγκίνητη μπρος στο διακύβευμα της εποχής:
⁃ Μόνη σου;
Ούτε που την κοίταξαν.
⁃ Μόνη μου.
Εβαλε στην τσάντα της κλειδιά και πορτοφόλι.
⁃ Πού θα πας, εδώ γύρω; Υπάρχει κάτι καλό; Δεν βαριέσαι;
Πάλι δεν την κοίταξαν.
⁃ Οχι, δεν βαριέμαι.
Εκείνοι είχαν κάνει τις διακοπές τους -όποιες, έστω και μικρές. Ξεκούραστοι και χαλαροί –όσο το επέτρεπε το επερχόμενο κύμα μέτρων- ετοιμάζονταν για το καινούργιο τηλεοπτικό σόου: τις εκλογές. Συνηθισμένοι πια, είχαν ξεχάσει πώς είναι μια ήσυχη βραδιά με φίλους, ένα κυριακάτικο πρωινό με καφέ και εφημερίδα, μια γαλήνια απογευματινή βόλτα.
⁃ Πότε βγαίνουν οι δημοσκοπήσεις, αναρωτήθηκε κάποιος. Δεν του έδωσε σημασία. Ούτε την ένοιαζε.
⁃ Φεύγω, είπε και έκλεισε πίσω της την πόρτα με θόρυβο. Δεν το ήθελε, της ξέφυγε λίγη δύναμη παραπάνω…
Η πιο κοντινή διαδρομή ήταν ο Ωρωπός. Εκεί θα πήγαινε.
Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε τα κλειδιά στη μηχανή και, πριν το καταλάβει καλά καλά, είχε βγει στην εθνική οδό.
Στο ραδιόφωνο έπιασε κάπου τον Ξυλούρη να τραγουδά «Γεια σου χαρά σου Βενετιά, πήρα τους δρόμους του νοτιά…». Πόσο θα ήθελε να κάνει το ίδιο…
Δεν πείραζε τόσο τώρα. Πήγαινε για μπάνιο. Στα κοντινά, στα συνηθισμένα…
Μετά τα διόδια, η λίγη κίνηση της Εθνικής είχε αραιώσει κι άλλο και, όταν πια έστριψε στον δρόμο για το Μαρκόπουλο, οδηγούσε σχεδόν μόνη της.
Οι στροφές στην αρχή τη ζάλισαν, η μουσική ακόμα δεν την είχε συνεπάρει εντελώς. Ωστόσο, άρχισε να παρατηρεί το τοπίο.
Πεύκα και κέδροι και σπίτια παραθεριστών. Ενα υπαίθριο μανάβικο πάνω στον δρόμο. Στην πρώτη στροφή που διέκρινε τη θάλασσα έμεινε έκθαμβη από το τοπίο: γνήσια ελληνικό, μεσογειακό.
Γκρίζοι και καφέ κορμοί, καταπράσινες φούντες από πευκοβελόνες, ένα λευκό σπιτάκι –ή μήπως εκκλησάκι;- και πίσω τους το γαλανό του Ευβοϊκού.
Λίγο πιο κάτω, κήποι με οπωροφόρα. Απέναντι το νησί. Ενα φέρι πλησίαζε με ταχύτητα. Λίγα αραιά σύννεφα στον ουρανό. Η θάλασσα λεία, χωρίς κύματα.
Ηταν σαν διακοπές.
«Εγώ αυτόν τον δρόμο τον έχω κάνει αμέτρητες φορές», σκέφτηκε. «Πώς τα παρατηρώ όλα έτσι τώρα;»
Αφησε τη φαντασία να κάνει τη δουλειά της. Θα ξάπλωνε στον ήλιο όσο περισσότερο άντεχε και θα έμενε στο νερό μέχρι να θεραπευτεί πλήρως…
Στη βοτσαλωτή παραλία είχε ελάχιστο κόσμο. Οι τελευταίοι παραθεριστές μόνο, με τα καρεκλάκια και τις ομπρέλες τους. Μυρωδιά από λάδι καρύδας και μια καντίνα που έψηνε χοτ-ντογκ.
Απλωσε την ψάθα και ξάπλωσε. Ηθελε να κοιμηθεί, κόπωση την κατέβαλε απότομα. Δεν αντιστάθηκε, αφέθηκε στη θαλπωρή του ήλιου.
Δεν κατάλαβε πόσο. Οταν ξύπνησε από τις φωνές των παιδιών που έτρεχαν γύρω της, συνειδητοποίησε πως οι γάμπες της είχαν αρχίσει να καίγονται. «Ωρα για βουτιά».
Τακτοποίησε την τσάντα, έβαλε λίγο ακόμα αντηλιακό και περπάτησε ώς τα ρηχά. Οταν το νερό έφτασε λίγο πάνω από τους μηρούς, πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε.
Γύρω φυσαλίδες αέρα χάιδεψαν το πρόσωπο και το σώμα της και ένα βαθύ και κάπως θολό πράσινο γαλάζιο της γέμισε τα μάτια. Δεν είχε σκέψεις, διαλύονταν υπό την πίεση του νερού.
