Η σημερινή εποχή της εικόνας είναι αμείλικτη. Ανθρωποι βγάζουν φωτογραφίες, τις ανεβάζουν στα κοινωνικά δίκτυα, συχνά χωρίς τη συναίνεση όσων άλλων απαθανατίζονται. Βέβαια κάποιους δεν τους πειράζει αυτό καθόλου, κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Κάποιους άλλους τους ενοχλεί, αλλά είναι πρακτικά αδύνατο να το αποφύγουν.
Δεν είναι ωστόσο αδύνατο να το περιορίσουν. Μπορεί να μην είμαστε στην εποχή που ο Γκάτσος μπορούσε να αφήσει πίσω του μία-δύο φωτογραφίες μόνο, αυτές που πράγματι ήθελε να αφήσει, ωστόσο μπορεί κάλλιστα κανείς να μη φωτογραφίζεται με τον οποιονδήποτε θέλει να φωτογραφηθεί μαζί του, όσο κολλιτσίδα και αν του γίνεται. Ισως όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές.
Στην πολιτική, βέβαια, η φωτογραφία ανήκει στο σύμπαν του εμπορίου των κοινωνικών σχέσεων. Και πάλι όμως, όρια μπορούν να υπάρχουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι της πολιτικής, αλλά και της τέχνης, οι διασημότητες εν γένει, ξέρουν ότι έχουν την επιλογή να πάρουν λίγο λιγότερες ψήφους ενδεχομένως, να κόψουν κατά τι λιγότερα εισιτήρια ίσως, αλλά να διατηρήσουν αρκετά μεγαλύτερη αξιοπρέπεια και κυρίως να αποφύγουν κινδύνους.
Στην περίπτωση που απασχολεί τις μέρες αυτές την επικαιρότητα, του βιασμού της 12χρονης μαθήτριας, ο θύτης, που φωτογραφιζόταν με όσους μπορούσε περισσότερους, είχε μια πολύ μελετημένη στρατηγική, για άνθρωπο με τέτοια κακοποιητική δράση. Γιατί ποιος δεν καταλαβαίνει ότι όλες οι άλλες δραστηριότητές του, είτε επρόκειτο για την εκκλησία, είτε επρόκειτο για φιλανθρωπικές δράσεις, γίνονταν για κάλυψη των κακουργηματικών πράξεών του;
Θράσος; Απόλυτος κυνισμός; Οπωσδήποτε. Αλλά και δείγμα ότι στην εντελώς ατομιστική, ωφελιμιστική κοινωνία που ζούμε, το έγκλημα δεν προσελκύει μόνο τον υπόκοσμο. Προσελκύει και ανθρώπους που ενώ ξεκινούν διαφορετικά, ενώ έχουν άλλες επιλογές, αποφασίζουν ψυχρά ότι αυτό θα τους οδηγήσει γρηγορότερα ψηλά – ή έτσι πιστεύουν.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος αυτός προσπάθησε –αλλά απέτυχε– να κάνει το εμπόριο της ανθρωπιάς επιστήμη. Να καλλιεργήσει την εικόνα του καλού ανθρώπου. Ο πατέρας του ζητούσε από τους δημοσιογράφους να κάνουν γκάλοπ στην περιοχή, να δουν πόσο καλά λόγια θα πει ο κόσμος για το παιδί του, πόσο κόσμο έχει βοηθήσει. Τι νόημα όμως έχει αυτό τώρα;
Φυσικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς τι θα κάνει ο διπλανός καλός άνθρωπος, ξαφνικά. Μπορεί βέβαια να διακρίνει τα σημάδια, που εδώ ήταν μάλλον καταφανή, λ.χ. την υπέρμετρη φιλοδοξία, την εμφανή υποκρισία. Κατά τα άλλα, πράγματι, ως καλός άνθρωπος μπορεί να ανακηρυχθεί διά παντός μόνο ο πεθαμένος καλός άνθρωπος, κάποιος που έζησε με αρχές και αξιοπρέπεια και πέθανε με τον ίδιο τρόπο, π.χ. ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης, ο οποίος δεν μπορεί πια να διαψεύσει την εικόνα του. Οι υπόλοιποι είναι καλοί μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Και όλοι όσοι θεωρούν εαυτόν έντιμο, ας μην παρασύρονται. Εκτός από το πού βάζουν την υπογραφή τους, πρέπει να προσέχουν περισσότερο και με ποιους καλούς ανθρώπους μπαίνουν στο ίδιο κάδρο. Μπας και περισώσουν τη δική τους εικόνα του καλού ανθρώπου.
